Αρχείο κατηγορίας Uncategorized

Η προσωπική μου εμπειρία με τον Καραγκιόζη και το Θέατρο Σκιών

Οι γονείς μου, λάτρεις του Θεάτρου Σκιών από τα παιδικά τους χρόνια, στις εκδηλώσεις για την ονομαστική μου εορτή ή τα γενέθλιά μου, αντί για κάποιον «μοντέρνο» τρόπο διασκέδασης και ψυχαγωγίας των καλεσμένων, επέλεγαν πάντα το Θέατρο Σκιών. Από πολύ μικρή λοιπόν, θυμάμαι να παρακολουθώ μαγεμένη τον κύριο Γιάννη Νταγιάκο, να ανοίγει τις αποσκευές του, να στήνει τον μπερντέ, να βγάζει από τη βαλίτσα του τις πολύχρωμες φιγούρες. Και μετά όλοι μαζί, με τα υπόλοιπα παιδάκια, να ταξιδεύουμε στο μαγικό κόσμο του Καραγκιόζη. Εντύπωση μου έκανε τότε, ότι πολύ συχνά, αυτοί που συγκινούνταν από τα έργα του Καραγκιόζη ήταν οι γονείς των παιδιών. Ίσως γιατί τους θύμιζε τα παιδικά τους χρόνια. Όσον αφορά εμένα, δεν θα ξεχάσω ποτέ τη χαρά που έκανα, όταν στο τέλος της παράστασης ο κύριος Νταγιάκος μου έκανε δώρο κάποια φιγούρα για να την προσθέσω στην προσωπική μου συλλογή. Η πρώτη φιγούρα του Μορφονιού που απέκτησα έγινε η αγαπημένη μου. Συγκινήθηκα πολύ όταν σε πρόσφατη παράσταση «Ο Καραγκιόζης μάγειρας» που ανεβάσαμε στο Πανεπιστήμιο, έπαιξα τον αντίστοιχο ρόλο. Με τα χρόνια, ο τοίχος του δωματίου μου γέμισε και με τις υπόλοιπες φιγούρες του Θεάτρου Σκιών, που με συνόδευαν στα βραδινά μου όνειρα. Πρόσφατα δε άρχισε να φιλοξενεί και φιγούρες δικής μου κατασκευής, που δημιουργήσαμε τις ώρες των μαθημάτων.

Όταν άρχισα την φοίτηση στο τμήμα Θεατρικών Σπουδών, επισκέφτηκα το μουσείο του Ευγένιου Σπαθάρη στο Μαρούσι, γνωρίστηκα με την κόρη του, ήρθα πιο κοντά με τη ζωή και το έργο του. Μαζί με τους καθηγητές μου, κύριο Ιωσήφ Βιβιλάκη και κύριο Άθω Δανέλλη, συμμετείχα σε φοιτητικές παραστάσεις, στο παλαιό κτήριο του Πανεπιστημίου Αθηνών στην Πλάκα και πρόσφατα στο κτήριο του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων.

 

Το Θέατρο Σκιών, τα έντονα στοιχεία της ελληνικότητάς του και η θεματολογία του, εξακολουθούν να με συγκινούν, γι’ αυτό και επιθυμώ να ασχοληθώ μαζί του σαν κύριο θέμα της πτυχιακής μου εργασίας. Ίσως δε, αν είμαι καλά, και μετά το πέρας των σπουδών μου να βρω κάποιο τρόπο να συνεχίσω την ενασχόληση μαζί του, ίσως και εξελίσσοντας και προσαρμόζοντάς το σε σημερινή θεματολογία και τεχνολογικά χαρακτηριστικά. Θα επιθυμούσα λοιπόν ιδιαίτερα, το μάθημα του Θεάτρου Σκιών να παραμείνει στο πρόγραμμα σπουδών, γιατί έχει πολλά να προσφέρει στην ολοκληρωμένη κατάρτιση και παιδεία των Ελλήνων Θεατρολόγων.

 

Ιφιγένεια Δασκαλάκη

Advertisements

Είναι ο Θανάσης Βέγγος ο «Καραγκιόζης» του ελληνικού κινηματογράφου;

Η γέννηση και ακμή του νέου ελληνικού κινηματογράφου την εικοσαετία 1950-1970, δεν μπορούσε παρά να συνδέεται στενά με τα προηγούμενα είδη ψυχαγωγίας, το θέατρο και το θέατρο σκιών. Και ενώ το θέατρο, ειδικότερα η επιθεώρηση, ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές σε ένα μέρος του κοινού των αστικών κέντρων, το θέατρο σκιών κυριαρχούσε παντού, σε όλες τις ηλικίες, σε πόλεις και χωριά. Αναπόφευκτα λοιπόν, επηρέασε με τα έργα και τους χαρακτήρες του, τους πρώτους κινηματογραφικούς δημιουργούς.

Μέχρι τις αρχές του 1950, ο αριθμός των κινηματογραφικών κωμωδιών ήταν πολύ περιορισμένος. Ο παγκόσμιος πόλεμος αλλά και η εμφύλια διαμάχη τελειώνουν και ο κόσμος αρχίζει να αναζητά μια βελτιωμένη ποιότητα ζωής, βασικό συστατικό της οποίας είναι και η ψυχαγωγία. Ξεκινά λοιπόν μια έκρηξη της ελληνικής κωμωδίας. Πάνω από τις μισές ταινίες και σίγουρα οι πιο επιτυχημένες εισπρακτικά, είναι κωμωδίες. Το 1952 είναι 12 από τις συνολικά 24 παραγόμενες ταινίες, η μαζική παραγωγή αυξάνεται, το 1960 γίνονται 24 και το 1967 φτάνουν τις 117.

«Οι μεταπολεμικές κωμωδίες αναπτύσσουν ορισμένα χαρακτηριστικά που θα παραμείνουν τα ίδια κατά τη διάρκεια μιας εικοσαετίας, εγκλωβίζοντας το είδος σε μια στασιμότητα που δεν επιτρέπει στους δημιουργούς νέα επίπεδα πειραματισμού και δημιουργίας. Οι ελληνικές κινηματογραφικές κωμωδίες, εμπνευσμένες από την καθημερινή ζωή των νεοελλήνων, από τα προβλήματα και τις φιλοδοξίες των μεσαίων και κατώτερων οικονομικά τάξεων, αντιγράφουν τη θεματολογία που ακολουθεί το θέατρο σκιών». [1]

Δημιουργοί και κοινό, βαθείς γνώστες του θεάτρου σκιών, έχουν ένα απλό και εύκολα κατανοητό τρόπο να δημιουργήσουν μια ελληνική κινηματογραφική ταυτότητα, στηριζόμενοι στα ευρύτατα αποδεκτά και καταξιωμένα χαρακτηριστικά του. Οι σεναριογράφοι, μέσα από τις ιστορίες του Καραγκιόζη, μεταφέρουν στην οθόνη περιπέτειες ήδη γνωστές στο κοινό, διατηρώντας τη θεματολογία, τη δράση και την ευτυχή κατάληξη του θεάτρου σκιών. Έτσι, ενώ η κοινωνική πραγματικότητα είναι πάντοτε παρούσα, η πλοκή και ιδιαίτερα το τέλος συνήθως ξεφεύγει από τα όρια του ρεαλιστικού. Ο πρωταγωνιστής όπως και ο Καραγκιόζης, επιλύει τα προβλήματα, κερδίζει επαίνους και χρήματα.

Τα σκηνικά που συμβάλλουν στη σεναριακή κατανόηση θυμίζουν έντονα το μπερντέ του Καραγκιόζη. Υπάρχει το φτωχικό μέρος, η παράγκα, του πολύπαθου συνήθως πρωταγωνιστή και το πλουσιόσπιτο, το σεράι, του κοινωνικά πλούσιου και επιτυχημένου. Ο πρωταγωνιστής αντιμετωπίζει και λύνει τα προβλήματα μέσα από τα εύκολα και πονηρά τεχνάσματα του θεάτρου σκιών. Το κοινό χαίρεται και αποχωρεί ευτυχισμένο από την κινηματογραφική αίθουσα. Η συνοδευτική μουσική, σχεδόν πάντα, βοηθά στην αναγνώριση των χαρακτήρων. Δημοτική μουσική, με κλαρίνα και νταούλια, όταν αναφέρεται στον βλάχο επαρχιώτη, βαριά λαϊκή με μπουζούκι για τον κουτσαβάκη-μάγκα, ευρωπαϊκή για τον κομψευόμενο μιμούμενο τον δυτικό τρόπο ζωής. Των χαρακτήρων που είναι πάντα οι ίδιοι, σαν τις φιγούρες του Καραγκιόζη, και τελικά υπερισχύουν των ηθοποιών.

 

Εδώ λοιπόν φτάνουμε στην αναφορά του τίτλου της εργασίας. Ο Θανάσης Βέγγος είναι πραγματικά ο Καραγκιόζης του κινηματογράφου. Πάντοτε φτωχός, αδικημένος, πεινασμένος. Δεν είναι ανόητος, αλλά προσποιείται τον αφελή, αγαθό ηλίθιο για να επιτύχει τους στόχους του. Τρέχει συνέχεια, τρώει λίγο φαγητό και πολύ ξύλο, κάνει συνεχώς γκάφες, καταφέρνει όμως με συχνά ανορθόδοξους τρόπους να υπερνικήσει τις αναποδιές και να ικανοποιήσει τον σκοπό του. Αλλάζει συνεχώς επαγγέλματα, ανάλογα με το έργο-παράσταση. Γίνεται θυρωρός, μυστικός πράκτορας, ψευτογιατρός, φωτογράφος, μάγειρας, σερβιτόρος, κουρέας, καφετζής. Αποτελεί την απόλυτη μετενσάρκωση του Καραγκιόζη. Απλός και λαϊκός, αλλά πλούσιος σε αισθήματα, βοηθά τον μέσο θεατή να ταυτιστεί μαζί του, να συμπάσχει με τα προβλήματα και τις αγωνίες του, αλλά και να φεύγει ευτυχισμένος από την κινηματογραφική αίθουσα μετά το happy end. Γιατί, η φιλοσοφία ζωής του Καραγκιόζη-Βέγγου, είναι η φιλοσοφία ζωής όλων των ανθρώπων του λαού που αντιδρούν στις κοινωνικές εξελίξεις που κάνουν πιο περίπλοκο και άδικο το περιβάλλον στο οποίο καλούνται να κινηθούν. Η τρέλα του Βέγγου, ταυτόσημη με αυτή του Καραγκιόζη, αγωνίζεται να βρει λύσεις σε όλα αυτά που προβληματίζουν το μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας της εποχής. Εργασία, γάμος, οικογένεια, εύρεση κατοικίας, φαγητού, ελευθερία στη σκέψη και τη συμπεριφορά, είναι όλα όσα ενδιαφέρουν τους θεατές και αντικρίζουν το αφήγημα της ζωής τους στις ταινίες του Βέγγου. Το θέατρο σκιών λοιπόν, παρακμάζει, αντικαθίσταται όμως σιγά σιγά από τις κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου. Ο λαϊκός ήρωας Καραγκιόζης, εξελίσσεται, γίνεται ο πολυαγαπημένος λαϊκός κωμικός Θανάσης Βέγγος.

Ο Καραγκιόζης στοιχειώνει τον Θανάση Βέγγο. Δεν είναι τυχαίο ότι όπως στα έργα του Καραγκιόζη, έτσι και στις ταινίες το όνομα του Θανάση Βέγγου περιλαμβάνεται στον τίτλο του έργου. Έχουμε τον «Τρελό τρελό Βέγγο», τον «Θανάση στη χώρα της σφαλιάρας», τον «Δόκτωρ ΖιΒέγγο» και πολλές άλλες. Στην ταινία «Τρελός, παλαβός και Βέγγος», σε σκηνοθεσία του ίδιου, απόκληρος και φουκαράς παρακολουθεί την εξέλιξη των γεγονότων προσπαθώντας να βρει λύσεις μπροστά σε μια αφίσα που διαφημίζει παράσταση του θεάτρου σκιών, «Ο Καραγκιόζης γιατρός». Και ακόμη αν σε ένα έργο επιλύσει τα προβλήματά του, στο επόμενο ξεκινά πάλι από την αρχή, φτωχός, πεινασμένος, κατατρεγμένος. Βρίσκει συνεχώς μπροστά του εμπόδια και καλείται να αντιμετωπίσει κάθε λογής αναποδιές. Τα καταφέρνει χωρίς ιδιαίτερα τυπικά προσόντα, με μόνο εφόδιο τον αγαθό του χαρακτήρα, την τρέλα του, την καπατσοσύνη του. Αντιπροσωπεύει την τεράστια εκείνη κοινωνική ομάδα που βγαίνοντας από την φρίκη και την καταστροφή του πολέμου αγωνίζεται να επιβιώσει, να ορθοποδήσει, να ζήσει καλύτερα. Η φιλοσοφία ζωής του, είναι πάντα η ίδια, είναι η αντίδραση του μεταπολεμικού ανθρώπου σε ένα κόσμο που οργανώνεται καλύτερα, αποκτά σοβαρές δομές, αλλά γίνεται ολοένα και πιο άδικος. Προσπαθεί λοιπόν να προσαρμοστεί, να ζήσει καλύτερα χωρίς όμως να χάσει τα βασικά στοιχεία της ταυτότητάς του. Απλός, λαϊκός, φτωχός, αλλά πλούσιος σε αισθήματα, ο Καραγκιόζης Θανάσης Βέγγος, κυνηγά το όνειρο μιας καλύτερης ζωής, τρώγοντας ξύλο από Βεληγκέκες, παράλληλα όμως βοηθά τους συνανθρώπους του και συγκινείται από τις αξίες και τα ιδανικά της ελληνικής φυλής. Διαιώνισε λοιπόν με αυτόν τον τρόπο ένα σημαντικό χαρακτήρα της νεοελληνικής πραγματικότητας.

jj

Ακολουθούν και οι υπόλοιποι ήρωες-χαρακτήρες του θεάτρου σκιών. Ο Μορφονιός, άσχημος, μυταράς, με προβληματικό χαρακτήρα, χωρίς συναίσθηση της πραγματικότητας και θεωρώντας ότι είναι ο πιο όμορφος της πόλης, βρίσκει την ιδανική συνέχειά του στο πρόσωπο της Γεωργίας Βασιλειάδου. Αρνούμενη να παραδεχτεί την αλήθεια, πιστεύει ότι είναι καλλονή, αναζητά νέο και όμορφο σύζυγο, ντύνεται και κινείται σαν φιγούρα του θεάτρου σκιών. Ο μπαρμπα-Γιώργος με την παραδοσιακή φουστανέλα του, συνεχίζει να ζει μέσα από το ντύσιμο, την ιδιότυπη ομιλία και τη συμπεριφορά του Κώστα Χατζηχρήστου. Μαζί του και όλοι οι επαρχιώτες που φτάνουν τότε στην Αθήνα, αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον και πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης. Ο αγαθός βλάχος, με τη χαρακτηριστική προφορά ξαναζεί στην κινηματογραφική οθόνη και μπαίνει στη νέα ελληνική μοντέρνα κοινωνία. Ο μάγκας Σταύρακας, νταής, μικροαπατεώνας, φλερτάρει συνεχώς κρατώντας ένα κομπολόι και εκφραζόμενος μέσα από μια ευρέως γνωστή ελληνική αργκό, έχει την τέλεια έκφραση μέσα από τον Μίμη Φωτόπουλο, αλλά και από τους αντίστοιχης συμπεριφοράς μάγκες Αθηνόδωρο Προύσαλη και Νίκο Φέρμα. Ο λίγο σκεπτόμενος και με άγρια συμπεριφορά Βεληγκέκας προσομοιάζει με τον Σπύρο Καλογήρου και τον Ζαννίνο. Ο Πασάς με τη μορφή του Παπαγιαννόπουλου, του Κωνσταντάρα, του Μακρή, ή του Ζερβού, προστατεύει συνήθως την νεαρή και άμυαλη κόρη του, με τη βοήθεια του Χατζηαβάτη, Ντίνου Ηλιόπουλου, λεπτού, ευφυή, φίλου του Καραγκιόζη που βοηθά στην επίλυση των παρεξηγήσεων και στην ευτυχή κατάληξη. Οι εθνικές Βεζυροπούλες, Βουγιουκλάκη, Καρέζη, Φόνσου, Λάσκαρη, Καλογεροπούλου, προσπαθούν συνήθως να πείσουν τον Πασά-αφέντη του σπιτιού τους να τους επιτρέψει να παντρευτούν τον άντρα που αγαπούν. Σε απόλυτη ταύτιση με τις σκέψεις και τις προσδοκίες του κοινού, κινούμενες μέσα στα όρια του ηθικού, έξυπνες και ριψοκίνδυνες, επιτυγχάνουν τον στόχο τους και εκπληρώνουν τα όνειρά τους. Παντρεύονται το παληκάρι τους, Παπαμιχαήλ, Αλεξανδράκη, Μπάρκουλη, έξυπνους άντρες που αποδεικνύουν στον μέλλοντα πεθερό τους ότι είναι ικανοί για την ευτυχία της κόρης του. Και όπως το θέατρο σκιών, έτσι και στις κωμωδίες του κινηματογράφου έχουν στην προσπάθειά τους αυτή τη συμπαράσταση είτε του Καραγκιόζη, είτε του ορθολογιστή Χατζηαβάτη, είτε του πάντα κομψού Διονύσιου, μέσα από τις δημιουργίες του Νίκου Σταυρίδη.

Όπως το θέατρο σκιών, με ελάχιστες αλλαγές, αρνήθηκε να προσαρμοστεί και παρέμεινε αναλλοίωτο στα βασικά χαρακτηριστικά του, έτσι και οι ελληνικές κωμωδίες διατήρησαν την αυθεντικότητα του ήρωα που δεν άλλαξε, δεν προσαρμόστηκε, δεν υπέκυψε στον δυτικό τρόπο ζωής. «Ξέρεις από βέσπα;» ρωτούσε ο Θανάσης Βέγγος τους περαστικούς. Και επειδή δεν έβρισκε λύση, φώναζε «Βαστάτε ποδαράκια μου» και έτρεχε σαν τρελός. Να βρει φαγητό, να παντρέψει τις αδερφές του, να εξασφαλίσει ένα σπίτι για να στεγάσει τον έναν και μοναδικό έρωτά του. Απλός παρατηρητής των οικονομικο-πολιτικών μετασχηματισμών, διατηρώντας την αλληλεγγύη προς τους συνανθρώπους του, πάλεψε και αγωνίστηκε προσφέροντας γέλιο να συμβάλλει στην πρόοδο της ελληνικής μεταπολεμικής κοινωνίας.

Καταγραφή.PNG

Ίσως όπως και ο Καραγκιόζης, ο Θανάσης Βέγγος να βλέπει σήμερα ανήμπορος την παγκοσμιοποιημένη ιστορία να τον προσπερνά. Ίσως ο παραδοσιακός γάμος με τα ελληνικά δημοτικά τραγούδια που ποθούσε, το φαγητό με όσπρια και χωριάτικο ψωμί που έκανε την κοιλιά του να γουργουρίζει από επιθυμία, τα ρωμαίικα στοιχεία της ελληνικότητας του χαρακτήρα του, να μοιάζουν πια ξεπερασμένα και παλαιομοδίτικα. Δυο τρεις γενιές όμως δημιουργικών Ελλήνων ταυτίστηκαν μαζί του, έγιναν το κινηματογραφικό «εγώ» τους. Και άντεξαν, υπέμειναν, βρήκαν το κουράγιο αφού «φάνε» το ξύλο, να γυρίσουν στην παράγκα τους και να περιμένουν την επόμενη συνάντηση με το πεπρωμένο τους, την επόμενη παράσταση, την επόμενη κινηματογραφική επιτυχία.

Πολύ πετυχημένη η σκιτσογραφική απεικόνιση του Δημήτρη Χαντζόπουλου, όπου ο Καραγκιόζης μας, πορεύεται προς ένα υπέρλαμπρο φως αναφωνώντας «Καλέ μου Θεάνθρωπε!» και από επάνω ακούγεται η Φωνή «Καλώς τον Θανάση».

jjj

 

 

Ιφιγένεια Δασκαλάκη

 

Βιβλιογραφία:

Ανανίδης Ανδρέας, Από τον Καραγκιόζη στον Βέγγο, Εκδόσεις Αιγόκερως, Αθήνα 2007.

[1] Ανανίδης Ανδρέας, Από τον Καραγκιόζη στον Βέγγο, Εκδόσεις Αιγόκερως, Αθήνα 2007, σελ. 61.

 

Η ΠΕΡΙΠΑΤΗΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗ

Ο περίπατος μου με τον Καραγκιόζη έλαβε χώρα για πρώτη φορά στην τρυφερή νηπιακή μου ηλικία στο Γαλάτσι -σαφώς μακρύτερα του Λυκαβηττού-. Στο θέατρο σκιών του καραγκιοζοπαίχτη Σπυρόπουλου, εδιδάχθην τα πρώτα, «δειλινά»[1] μου μαθήματα με την παιδιάστικη αφέλεια και το ακόρεστο ενδιαφέρον ενός φιλοπερίεργου ακροατή.  Με σημείο αναφορά το γειτονικό μου σκοτεινό θεατράκι, μυήθηκα στο σύμπαν του Δασκάλου Καραγκιόζη, στον λόγο του, την κινησιολογία του, την φρασεολογία του και –παρότι τότε δεν αφομοίωνα πλήρως- εκτέθηκα εν γένει στην φιλοσοφία της ρητορείας του εξ απαλών ονύχων. Οι λοιπές φιγούρες ως καρατερίστικες υπάρξεις τυπολογικής ακρίβειας με προϊδέασαν για τα στερεότυπα που θα απαντούσα στη μετέπειτα ζήση μου παρέχοντας μου το πολυτιμότερο εργαλείο αντιμετώπισης και διαχείρισης των τελευταίων, το γέλιο «που απορροφά και εκμηδενίζει τις ιδέες και τα αισθήματα του εφήμερου ανθρώπου»[2]. Με άλλα λόγια, ο δικός μου Καραγκιόζης, σε μια μεταγενέστερη επισκόπηση, υπήρξε καθοδηγητής φιλόσοφος μιας και μου πρότεινε τρόπους να περιπατώ και να περιδιαβαίνω σε έναν υλικό κόσμο –όπως θα περιέγραφαν οι περιπατητικοί- κρύβοντας κάτω από τις σκιές του την εσωτερικότητα της υπόστασης του, αλλά και της δικής μου.

Στις «εωθινές»[3] μας συναντήσεις, περίπου δύο δεκαετίες αργότερα, με συνοδοιπόρους τον καθηγητή μας, κύριο Βιβιλάκη, τον πιστότερο ακόλουθο του Δασκάλου Καραγκιόζη, τον κύριο Δανέλλη και όλους τους υπόλοιπους θιασώτες του μπερντέ, τα πρόσωπα του καραγκιοζοπαικτικού σύμπαντος απέκτησαν στη φαντασία μου μια ποιότητα περισσότερο μυθική ανάλογη με εκείνη των ελευσίνιων μυστηρίων, του γιαπωνέζικου θεάτρου και της βιβλικής εποποιίας δημιουργώντας γύρω από τους ήρωες των παλαιών μύθων ένα είδος δεύτερης ιεραρχίας όπως υποστηρίζει και ο Τζούλιο Καΐμη. Πιο συγκεκριμένα, η λατρευτική και φυσιοκεντρική λαϊκή παράδοση διυλίζεται μέσα από την υδραργυρική, τελετουργική κινησιολογία του θεάτρου σκιών η οποία την μεταμορφώνει σε γεγονός της πραγματικής ζωής. Παρά την αυτοσχεδιαστική φύση της τέχνης του, ο Καραγκιόζης σχεδόν στερεότυπος ως άλλο «κινούν ακίνητο»  δεν επινοεί, αλλά απορροφά και αποτυπώνει όλες τις προϋπάρχουσες αισθητικές και ηθικές αξίες των συνοδοιπόρων του, έμπροσθεν και όπισθεν του μπερντέ, σαν θείος νους που κινεί και οργανώνει τον κόσμο εκπληρώνοντας κάθε φορά την κινητήριο τελικότητα του.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, την πρότερη κοινωνική μου διαπαιδαγώγηση συμπλήρωσε η καλλιτεχνική μου καλλιέργεια καταλήγοντας από αλλότριο δρόμο στην συνέχιση της προσωπικής περιπατητικής μου. Με φόντο το άλογο νατουραλιστικό καραγκιοζοπαικτικό σύμπαν, τα νευρόσπαστα περνούν από την πραγματικότητα στην φαντασία και αντίστροφα διεκδικώντας τη θέση τους στο πανανθρώπινο μυθολογικό βάραθρο εξοικειώνοντας το κοινό με το σισύφειο παράλογο της ανθρώπινης ύπαρξης και προτείνοντας του τρόπους διαχείρισης και διαγωγής του βίου.

 

[1] Στην Περιπατητική Σχολή, ο Αριστοτέλης κατά το δειλινό περίπατο δίδασκε τους αρχάριους μαθητές και άλλους ακροατές στοιχειώδη μαθήματα φιλοσοφίας, ρητορικής κ.ά.

[2] Τζούλιο Καΐμη, Καραγκιόζης Ή η Αρχαία Κωμωδία στην Ψυχή του Θεάτρου Σκιών, μτφσ. Κώστας Μέκκας-Τάκης Μήλιας, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 1990, σ.27

[3] Κατά τον εωθινό περίπατο (<έως=αυγή), ο φιλόσοφος δίδασκε τους αρχαιότερους μαθητές τις βαθύτερες επιστημονικές γνώσεις και τη δική του συστηματική θεωρία.

 

της Αγγελικής Μπούτιβα

Πίσω από τον Μπερντέ

«Πίσω από τον Μπερντέ

Ηχητικά και οπτικά τεχνάσματα στο Ελληνικό θέατρο σκιών»

Του Μιχάλη Ιερωνυμίδη

Λίγα λόγια για το βιβλίο

Εκδόθηκε για πρώτη φορά από τις εκδόσεις Άμμος το 1998. Πρόκειται για μία αναλυτική έρευνα στα μέσα που έχουν χρησιμοποιηθεί και χρησιμοποιούνται στο θέατρο σκιών για την δημιουργία και αναπαραγωγή ήχων και εικόνων. Γεμάτο με πληροφορίες, και επεξηγήσεις για τον τρόπο που χρησιμοποιούνται και εικόνες, όπου αναπαρίστανται αυτά τα εργαλεία, πρόκειται για ένα εγχειρίδιο απαραίτητο για όποιον ασχολείται ή θέλει να ασχοληθεί με την τέχνη του «Καραγκιόζη».  Στο βιβλίο επίσης εμπεριέχονται σημαντικές μαρτυρίες και εμπειρίες μεγάλων μαστόρων του θεάτρου σκιών.

b4923
Το εξώφυλλο του βιβλίου. (α΄ έκδοση)

Πρόλογος

Ένα «λαϊκό δρώμενο» απευθυνόμενο σε κάθε λογής ανθρώπους, μικρούς και μεγάλους.

Το θέατρο σκιών διακρίνεται από μια υπερβολή, υπερβολή στους χαρακτήρες, στα μεγέθη, τα χρώματα, τους ήχους…                            Βασιζόμενος σε αυτήν ακριβώς την υπερβολή ο Μ. Ιερωνυμίδης κάνει λόγο για την δημιουργία μιας νέας πραγματικότητας, των δεδομένων της οποίας ο θεατής γίνεται αποδέκτης με το ξεκίνημα της παράστασης.

Ηχητικά και οπτικά τεχνάσματα » δύο ουσιώδη  πράγματα που μάλλον είχα παραμεληθεί και παραγνωριστεί, αφού ως τώρα δεν είχε ασχοληθεί κανένας με το υλικό ακριβώς αυτό που τα στοιχειοθετεί», όπως γράφει χαρακτηριστικά στον πρόλογο του βιβλίου ο Μ. Γ. Μερακλής.

Ο συγγραφέας του βιβλίου μιλάει για την ανύψωση των απλών και καθημερινών υλικών σε αγώγιμα και ωφέλιμα υλικά δημιουργίας. «Ο Καραγκιοζοπαίχτης γνωρίζει καλά να μεταπλάσει το υλικό του και να αξιοποιεί κάθε χρηστικό αντικείμενο προσαρμόζοντάς το στις ανάγκες της παράστασής του» -Μ. Ιερωνυμίδης

Ηχητικά τεχνάσματα 

Ο Μ.Ι ασχολήθηκε  με όλους τους ήχους που αναπαράγονται πριν ή κατά τη διάρκεια μιας παράστασης, χωρίς να κάνει λόγο για τη μουσική, ή την εκάστοτε ορχήστρα που συνόδευε τις παραστάσεις. Αναλύει το ρόλο του ήχου σε σχέση με το λόγο, την κίνηση και γενικότερα την εικόνα. Για την παραγωγή αυτών των ήχων χρησιμοποιούνται διάφορα αντικείμενα, ενταγμένα στην καθημερινότητά μας αλλά με εντελώς διαφορετική χρήση.     Στο βιβλίο αναφέρονται 26 ηχητικά τεχνάσματα, θα σας αναλύσω μερικά από αυτά.

  • Το κουδούνι της έναρξης                                                                                          Αναπόσπαστο κομμάτι του θεάτρου σκιών και γενικότερα της θεατρικής παράδοσης. Όχι μόνο στις παραστάσεις Καραγκιόζη, αλλά και σε όλες τις θεατρικές παραστάσεις πριν την έναρξη ηχούν 3 κουδούνια. Στα θέατρα ο ήχος του κουδουνιού έχει αντικατασταθεί πια από έναν ηλεκτρονικό ήχο. Στις παραστάσεις θεάτρου σκιών διατηρείται μέχρι και σήμερα το κλασικό κουδούνι, που αποτελεί το παλαιότερο αντικείμενο παραγωγής ήχου. Αφότου ετοιμαστεί ο μπερντές και όλα τα εργαλεία είναι στη θέση τους, ο βοηθός χτυπάει το πρώτο κουδούνι. Στο δεύτερο κουδούνισμα η ορχήστρα σταματάει να παίζει. Ενώ στο τρίτο η ορχήστρα ξεκινούσε να παίζει το χασαποσέρβικο και η παράσταση ξεκινούσε. Το κουδούνι επίσης χρησιμοποιούνταν για να σηματοδοτηθεί η λήξη του διαλείμματος. Με το ίδιο κουδούνι τα παλαιότερα χρόνια γινότανε και η διαφήμιση των παραστάσεων στο δρόμο. Στο βιβλίο ο Ιερωνυμίδης αναφέρει πως πολλοί καραγκιοζοπαίχτες έχουν παραδεχτεί πόσο πολύ τους συνταράσσει ο ήχος του κουδουνιού. Όχι όμως μόνο τους καραγκιοζοπαίχτης, αλλά και εμάς τους θεατές, που περιμένουμε με μεγάλη ανυπομονησία να ανάψουν τα φώτα του μπερντέ και να ξεκινήσει η παράσταση.
  • Χτυπήματα στην πόρτα                                                                                                         Σχεδόν όλα τα έργα του θεάτρου σκιών διαδραματίζονται σε εξωτερικούς χώρους. Το συνηθέστερο σκηνικό που επικρατεί στα περισσότερα έργα είναι στα αριστερά η παράγκα του Καραγκιόζη και στα αριστερά το σεράι ή κάποιο αρχοντικό. Κατά συνέπεια ένας από τους συνηθέστερους ήχους που αναπαράγονται σε μια τέτοια παράσταση είναι το χτύπημα στην πόρτα. Ο ήχος αυτός δημιουργείται με το χτύπημα της σούστας ( λαβή της φιγούρας) από τον βοηθό συνήθως πάνω στη λυχναροθήκη ( η ξύλινη σανίδα πάνω στην οποία πατάνε οι φιγούρες και είναι τοποθετημένα τα φώτα). Στην προκειμένη ο ήχος του χτυπήματος πρέπει να εναρμονίζεται με την κίνηση της φιγούρας, η οποία για να προσδώσει την κίνηση του χτυπήματος κινείται μπρος και πίσω. Μόνο στην περίπτωση που ο Μπαρμπα- Γιώργος πρόκειται να χτυπήσει την πόρτα, ο ήχος δημιουργείται με το χτύπημα του ποδιού στο πάτωμα, για να είναι πιο βροντερός και δυνατός.
  • Ποδοβολητό
  • Σφαλιάρα                                                                                                                                        Η σφαλιάρα ίσως να είναι ο πιο διασκεδαστικός ήχος που ακούγεται στα έργα του Καραγκιόζη. Κάθε φορά που ο Καραγκιόζης σφαλιαρίζει τον Χατζηαβάτη το κοινό ξεκαρδίζεται στα γέλια. Ίσως γιατί πάντα είναι πολύ ξαφνικό, ή λόγω του ότι ο ήχος που συνοδεύει την σφαλιάρα είναι υπερβολικός και μη ρεαλιστικός. Για τη σφαλιάρα χρησιμοποιούνται δύο εργαλεία είτε η «σφαλιάρα» ή «χαστουκιέρα είτε η «μπάτα» ή «τράκα». Η «σφαλιάρα έχει το σχήμα μικρής ρακέτας. Αποτελείται από κομμάτια χαρτιού τυλιγμένα με δέρμα, ή λεπτό πλαστικό στερεωμένα σε μία λαβή. Ο καραγκιοζοπαίχτης ή ο βοηθός χτυπούσαν τη «σφαλιάρα» είτε στο άλλο τους χέρι είτε στο πόδι τους, ώστε να αναπαραχθεί ο ήχος. Το συγκεκριμένο εργαλείο δημιουργήθηκε ώστε να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των μεγάλων θεάτρων, όπου ο ήχος έπρεπε να είναι πολύ δυνατός για να φτάσει σε όλους τους θεατές. Από την άλλη η «μπάτα» δάνειο του μιμικού θεάτρου στο θέατρο σκιών, είναι ένα εργαλείο που προκαλεί έναν αρκετά ξηρό ήχο. Αποτελείται από δύο κομμάτια ξύλου κόντρα πλακέ με απόσταση 1-2 εκατοστά το ένα από το άλλο πάνω σε μία λαβή. Το εργαλείο αυτό χρησιμοποιείται με τον ίδιο τρόπο που χρησιμοποιείται και η «σφαλιάρα» ή «χαστουκιέρα». Βέβαια πια σε κάποιους θιάσους χρησιμοποιούν την ηλεκτρονική αναπαράσταση του ήχου της σφαλιάρας με το πάτημα ενός κουμπιού που βρίσκεται κάτω από τον μπερντέ.
  • Τενεκές
  • Κανονιές
  • Βαρελότα
  • Πυροβολισμοί με κουμπουριές                                                                                              Τα παλαιότερα χρόνια πέραν των ήχων που αναπαριστούσαν κανονιές και βαρελότα, ακούγονταν σε μερικές παραστάσεις και κανονικές κουμπουριές. Αυτό βέβαια εξ’ αιτίας της μεγάλης πιθανότητας ατυχήματος σταδιακά εξαφανίστηκε καθότι υπήρχε και η εναλλακτική. Η ιστορία των πυροβολισμών με κουμπουριές στα πάλκα του καραγκιόζη μας δίνεται μέσα από μια διήγηση του Σωτήρη Σπαθάρη. Κάθε φορά που ξεκινούσε η παράσταση και έβγαινε ο Καραγκιόζης στο μπερντέ και φώναζε » Ε , ρε γλέντια! «, σήκωνε το χέρι ψηλά και έριχνε την κουμπουριά. Οι θεατές φοβόντουσαν και προσπαθούσαν να φυλαχτούν. Κάθε φορά που ένας θίασος επισκεπτότανε ένα μέρος, την πρώτη μέρα της παράστασης, ο πρώτος θεατής που θα έμπαινε θα ήτανε και οπλοδιορθωτής. Θα ρωτούσε τον καραγκιοζοπαίχτη αν έχει καλή κουμπούρα, αν δεν είχε καλή τότε εκείνος θα του έδινε τη δική του. Έτσι όταν θα εμφανίζονταν ο Καραγκιόζης στο μπερντέ κι έριχνε την κουμπουριά θα έλεγε » Ε, ρε γλέντια! Να ζήσει ο τάδε με την κουμπούρα του». Γενικά θεωρούνταν μεγάλη αποτυχία για τον καραγκιοζοπαίχτη να μην έχει καλή κουμπούρα. Η κουμπούρα έπρεπε να είναι πολύ δυνατή ώστε να ακούσει όλο το χωριό ότι η παράσταση ξεκίνησε.
  • Το καλάμι
  • Η μπουρού
  • Η τρομπέτα
  • Τα κουδούνια και τα τροκάνια
  • Το σήμαντρο
  • Το κουδούνι του ποδηλάτου
  • Η καρέκλα
  • Το κλάξον
  • Η σφυρίχτρα
  • Η ροκάνα
  • Η λαλίτσα
  • Η μασιά                                                                                                                                          H μασιά είναι από τα εργαλεία που στις παραστάσεις του θεάτρου σκιών απόκτησαν μία τελείως ανορθόδοξη χρήση. Το αντικείμενο αυτό χτυπώντας το ο βοηθός στης παλάμες του τα δύο άκρα του χτυπούσαν. Ο ήχος που δημιουργούνταν χρησιμοποιούνταν στις σκηνές ξιφομαχίας. Ένα άλλο χειροποίητο εργαλείο για τη συγκεκριμένη χρήση, είναι έξι εφτά κομμάτια λαμαρίνας σε μία λαβή, που τα χτυπούσε επίσης ο βοηθός στην παλάμη του.
  • Η λαμαρίνα
  • Ο καλπασμός
  • Η βούγκα
  • Τα βατραχάκια
  • Το σπάσιμο της τζαμαρίας                                                                                                       Σε κάποια έργα, όπως ο Καραγκιόζης υπηρέτης, ο Καραγκιόζης εκτός σκηνής, καθώς το γεγονός λαμβάνει τόπο σε εσωτερικό σπιτιού, ξεσκονίζει και σπάει μια τζαμαρία. Για την αναπαράσταση του ήχου αυτού υπάρχει τοποθετημένο στην άκρη της σκηνής ένα τζάμι πάνω σε μία λαμαρίνα, το οποίο ο βοηθός σπάει με ένα σφυρί. Το γεγονός ότι τα κομμάτια πέφτουν πάνω στη λαμαρίνα κάνουν τον ήχο ακόμη πιο εντυπωσιακό. Φυσικά έχει φροντίσει πρώτα να απομακρύνει θεατές που μπορεί να βρίσκονται κοντά σε αυτό το σημείο.
  • Το χωνί

 

Οπτικά τεχνάσματα

Η εικόνα είναι αυτή που συναρπάζει τον θεατή, που σε συνδυασμό με τον ήχο δημιουργείται ένα φαντασμαγορικό θέαμα. Χρώματα, μεγέθη, φώτα, αναπαράσταση καιρικών φαινομένων και άλλα πολλά τεχνάσματα στα οποία ο θεατής για πολλά χρόνια δεν ήταν συνηθισμένος, κυρίως την εποχή που ανθίζει το θέατρο σκιών ( 1920- 1950). Αυτή την περίοδο τα οπτικά εφέ δεν έχουν αναπτυχθεί στον κινηματογράφο. Έτσι ειδικά εκείνα τα χρόνια οι Καραγκιοζοπαίχτες με την ευφυΐα τους κατάφερναν να εντυπωσιάσουν σε πολύ μεγάλο βαθμό το κοινό. Στο βιβλίο γίνεται λόγος για 29 τεχνάσματα.

  • Ο φωτισμός                                                                                                                                    Το φως, είναι ένα από τα βασικότερα και σημαντικότερα συστατικά στοιχεία του θεάτρου σκιών. Χωρίς αυτό δε μπορεί να υπάρξει σκιά. Τα πρώτα χρόνια ο φωτισμός γίνονταν με κεριά, στη συνέχεια με λυχνάρια, έπειτα με λάμπες ασετιλίνης και πια με ηλεκτρικούς λαμπτήρες. Οι λαμπτήρες τοποθετούνται πάνω στη λυχναροθήκη και μερικές φορές κυρίως σε σταθερά θέατρα και στο πάνω μέρος του μπερντέ. Το φως δε χρησιμεύει  μόνο στην δημιουργία της σκιάς, αλλά προσδίδει πολλές φορές την κατάλληλη ατμόσφαιρα ανάλογα με τις σκηνές που διαδραματίζονται. Για παράδειγμα, σε μάχες ή βασανιστήρια ηρώων ο μπερντές γίνεται κόκκινος. Όταν εμφανίζεται καράβι σε ήρεμη θάλασσα το φως είναι μπλε αλλά όταν πιάνει φουρτούνα το φως γίνεται κόκκινο. Σε έργα που διαδραματίζονται στη ζούγκλα ο φωτισμός γίνεται πράσινος ή πρασινοκόκκινος. Για την απόδοση των φωτισμών με χρώμα, τοποθετείται πάνω στους λαμπτήρες προσεκτικά χρωματιστό χαρτί. Βέβαια τα τελευταία χρόνια υπάρχουν και χρωματιστοί λαμπτήρες που εναλλάσσονται με τους κίτρινους με το πάτημα ενός κουμπιού. Τα παλιότερα χρόνια οι χρωματιστοί φωτισμοί γίνονταν με τα «φώσφορα», που ήταν μείγματα από γάλα που ετοίμαζε μέσα σε ένα τενεκέ ο βοηθός. Τα «φώσφορα» είχαν πολύ δυνατό φως, αλλά ήτανε πολύ ανθυγιεινά.
  • Τα κεριά                                                                                                                                          Στα έργα «Ο αρραβώνας του Καραγκιόζη» και στον «Δον Ηλία Κολοκύθα» εμφανίζονται Εβραίοι που ψάλουν κρατώντας κεριά. Πρόκειται για μία πολύ ατμοσφαιρική σκηνή όπου οι φιγούρες κρατάνε αληθινά κεριά. Για την επίτευξη αυτού του εφέ κατασκευάζεται από λαμαρίνα μια ορθή γωνία η οποία καρφώνεται στο προεξέχων χέρι της φιγούρας. Στη μεριά που βρίσκεται παράλληλα με το έδαφος γίνεται μία τρύπα και εκεί μπαίνει το κερί. Φυσικά η χρήση του κεριού δίπλα στο πανί είναι αρκετά επικίνδυνη, αλλά με ιδιαίτερη προσοχή το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό.
  • Το φεγγάρι φωτίζει τη σκηνή
  • Ο άνεμος κουνάει τα φύλλα                                                                                                        Στο σκηνικό όταν υπάρχει δέντρο, το τέχνασμα αυτό είναι αρκετά σύνηθες. Γίνεται με αρκετά απλό τρόπο. Ο μάστορας ή τοποθετεί αληθινά κλαριά πάνω στο σκηνικό, είτε πάνω στο χαρτονένιο δέντρο, καρφιτσώνει φυλλαράκια από χαρτί. Ο βοηθός κάνει αέρα και τα φύλλα κουνιούνται.
  • Όταν τα δέντρα μιλάνε
  • Βροχές και χιόνια
  • Τα κύματα της θάλασσας
  • Κάτω από τον έναστρο ουρανό
  • Η σούβλισις του Αθανάσιου Διάκου                                                                                   Ένα από τα γνωστότερα ηρωικά έργα του θεάτρου είναι ο «Αθανάσιος Διάκος» . Είναι ένα πολύ δύσκολο έργο που απαιτεί πολύ καλή προετοιμασία από τον Καραγκιοζοπαίχτη. Μια ιδιαίτερη στιγμή κυρίως τεχνικά είναι το σούβλισμα του Αθανάσιου Διάκου. Στη σκηνή αυτή χρειάζονται: μια επιπλέον φιγούρα του Διάκου δεμένο πισθάγκωνα, χαρτονένιες αλυσίδες, μία λαμαρινένια κατασκευή για την αναπαράσταση της σούβλας.  Στη σούβλα υπάρχει και ο σκελετός του Διάκου καλυμμένος με αδιαφανή κόλλα και πάνω του κολλάει η φιγούρα.  Κάτω από τη σούβλα τοποθετείται ένα  κεραμίδι στο οποίο βάζουν πετρέλαιο όπως και στη φιγούρα του Διάκου και ανάβουν φωτιά. Η όλη κατασκευή δεν εφάπτεται πάνω στο πανί αλλά τοποθετείται λίγο πιο πίσω πάνω στη λυχναροθήκη. Πολύ ιδιαίτερο είναι επίσης ότι τα φώτα της σκηνής σβήνουν και τη σούβλα τη φωτίζει ένας προβολέας ο οποίος κινείται, δημιουργώντας έτσι την ψευδαίσθηση της περιστροφής. Παλιότερα ο καραγκιοζοπαίχτης έκαιγε επίσης και μερικά κομμάτια λίπους  για να γίνει ακόμα ρεαλιστικότερη η σκηνή.
  • Ο βασανισμός του Κατσαντώνη
  • Όταν πέφτουν κεφάλια
  • Ο αποκεφαλισμένος γάιδαρος
  • Ο απαγχονισμός του Πατριάρχη
  • Όταν ανοίγει η γη
  • Πόρτες που ανοιγοκλείνουν
  • Διαστημικοί πύραυλοι
  • Η ανατίναξη του Σεραγιού
  • Το φίδι τρώει την παράγκα
  • Το κομπολόι του Σταύρακα
  • Αλλαγές εμφάνισης επί σκηνής
  • Λόγια γράφονται στην οθόνη
  • Το τσιμπούκι που καπνίζει
  • Οι καπνοί της κόλασης
  • Το γαϊδούρι που βγάζει σπίθες
  • Το φωτεινό μαχαίρι
  • Η παρουσία του Θεού
  • Όταν εμφανίζονται ψυχές
  • Αλλαγές μεγεθών
  • Η αποθέωση

 

Επίλογος

Όλα αυτά δεν είναι απλά εργαλεία παραγωγής εφέ για να προσδώσουν στο νόημα του εκάστοτε έργου, όλα αυτά τα τεχνάσματα είναι αυτά που περιμένει να δει κανείς σε μια παράσταση, την καρπαζιά του καραγκιόζη, τα φώτα, τα κουδούνια…                                 Μία πολύ ενδιαφέρουσα έρευνα, λεπτομερής γεμάτη όμως συναισθήματα και αγάπη για αυτή τη μοναδική τέχνη. Δεν μας δίνονται μόνο λεπτομέρειες και οδηγίες για τη δημιουργία εφέ αλλά ανακαλύπτουμε καθ’όλη τη διάρκεια του βιβλίου πως όλα αυτά τα εφέ επηρέασαν μεγάλους μαστόρους του θεάτρου σκιών αλλά και ξεχωριστές εμπειρίες πολλών από αυτών. Το βιβλίο αποτελεί ύμνο στο θέατρο σκιών και στους ανθρώπους που το υπηρετούν πιστά πολλά χρόνια τώρα.

 

Κατερίνα Μιχαλάκη

Συνοψίζοντας..

  • Υλικά: – Μπερντές, -Φιγούρες , -Σκηνικά , – Φωτισμός , – Υπόλοιπος Απαιτούμενος Εξοπλισμός -Διάθεση για δημιουργία
  • Εκτέλεση : Η συνταγή γνωστή. Μέσω της φετινής ενασχόλησής μου με το συγκεκριμένο είδος θεάτρου ,θέλω να πιστεύω ότι πήρα μια γεύση της εκτελέσεως. Ωστόσο ειλικρινά δεν είχα πάντα το ίδιο ενδιαφέρον για αυτή την διαδικασία. Σε μικρότερη ηλικία σπάνια παρακολουθούσα παραστάσεις τέτοιες μια και θεωρούσα ότι δεν ανταποκρινόταν στις αρεσκείες μου. Εντούτοις είχα προμηθευθεί όλες τις φιγούρες καθώς και μια μικρή σκηνή για να δοκιμάσω τον εαυτό μου σε αυτόν τον κόσμο. Δεν ήταν όμως αρκετό κάτι τέτοιο ώστε να εισαχθώ επίσημα στους κόλπους του. Έτσι αποφάσισα να του δώσω μια δεύτερη ευκαιρία μέσω του μαθήματος. Η επιλογή μου δικαίωσε την απόφασή μου μια και ανακάλυψα τον αυθεντικό κόσμο του Καραγκιόζη σε πλαίσια υγειούς  και ευχάριστου καθαρά «παρείστικου» κλίματος. Επιπλέον η συστολή μου ως προς τη διαχείριση των φιγούρων και προς την ανταπόκρισή μου στο παραστασιακό κομμάτι, ξεπεράστηκε γρήγορα χάρη στις κατευθυντήριες γραμμές που λάβαμε από τους ειδικούς.Μπορώ πλέον να πω πως η οπτική μου για τον καραγκιόζη, τα θέματά του και τα μηνύματα που μεταδίδει, άλλαξε ριζικά. Δε θα μου ήταν εύκολο ποτέ να αποκρυπτογραφήσω αυτόν τον κόσμο αν δεν εντασσόμουν για τα καλά μέσα του. Μου έκανε εντύπωση ο επικαιρικός του χαρακτήρας και η προσαρμοστικότητά του στο πέρας των αιώνων. Μια συνταγή απαιτητική που προσκαλώ ακόμα και τους πιο δύσπιστους να δοκιμάσουν!!
  • Ευαγγελία Πισσώνη

   

Η παράσταση αρχίζει

Όπως είναι παράλογο να πιστεύουμε πως ένας ζωντανός οργανισμός είναι δυνατό να τρέφεται αποκλειστικά από τις ίδιες του τις σάρκες, το ίδιο ισχύει, ασυζήτητα, και για έναν ζωντανό πολιτισμό. Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός όσο και η βυζαντινή του συνέχεια δεν αντλήσανε, στις ρίζες τους, από ξένες πηγές; Νόμιμα δεν γαλουχήθηκαν με ξένα στοιχεία για να τα αφομοιώσουν, να τα αξιοποιήσουν και τελικά να δημιουργήσουν τον μοναδικό, τον καταπληκτικό τους πολιτισμό που θα θαυμάζεται εσαεί για την άφθαστή του πρωτοτυπία, την απαράμιλλή του ποιότητα και την ανυπέρβλητή του ομορφιά; Γιατί αυτό το αξίωμα να μην είναι δυνατό να βρει την εφαρμογή του προκειμένου για τον νέο – ελληνικό πολιτισμό, και, φυσικά, τηρουμένων των αναλογιών, για την περίπτωση του Καραγκιόζη;

– Νίκος Εγγονόπουλος

Η σκηνή είναι μπροστά μας. Δεξιά είναι το Σεράι του Πασά, αριστερά η Καλύβα του Καραγκιόζη. Αυτή η εικόνα υπάρχει σχεδόν σε κάθε παράσταση.  Έτσι ήταν και στη δική μας την παράσταση, στον «Καραγκιόζη Μάγειρας». Φωνές, γέλια, αστεία από τον μπερντέ, ξεκαρδίσματα από το κοινό, μουσικές, τσίπουρο να ρέει. Ένα κλίμα μέθεξης εν είδει οικογενειακής μάζωξης σε διακοπές. Αυτές είναι οι μνήμες που χαράζονται και θα αναπολούνται από εδώ και στο εξής.

Ο Καραγκιόζης αποτελεί πολύτιμο στοιχείο της λαικής μας παράδοσης, άλλοτε ως φιγούρα και άλλοτε ως θέαμα, έπλασε ένα αυθεντικό είδος λαικού θεάτρου που κατάφερε να αντανακλά και να εκφράζει αξίες και ιδανικά ελληνικά. Ως φιγούρα, είναι αναμφίβολα ένας αξιαγάπητος ήρωας που συγκεντρώνει στο πρόσωπό του αρετές και αδυναμίες και μαζί ένα μοναδικό σύμβολο ανθρώπου που μπορεί να αντισκτέκεται στη φτώχεια, την κακοτυχία και την εξουσία, χαρίζοντας κέφι και ελπίδα ζωής! Ως παράσταση, μας αποκάλυψε ένα πλουσιότατο και θαυμαστό τρόπο έκφρασης, που χάρη στους καραγκιοζοπαίχτες και τη δεξιοτεχνία τους κατόρθωσε με απλά και πρωτόγονα μέσα να γοητέψει, να συγκινήσει και να συναρπάσει.

Το μάθημα του Καραγκιόζη, το είχα παρακολουθήσει ξανά πριν δύο χρόνια στη σχολή. Αυτό που καταλαβαίνω, είναι το πόσο τυχερή είμαι που βρίσκομαι στη θέση να συναντώ υπέροχους ανθρώπους, που με μεράκι και ευχαρίστηση βάζουν καθημερινά το λιθαράκι τους στον υπέροχο αυτό μαγικό κόσμο της λαικής τέχνης. Και όχι μόνο αυτό, αλλά που βιώνω μια ανάταση της λαικής αυτής κουλτούρας, που έστω λίγο έρχομαι σιμά της και τη γνωρίζω, και συνομιλούμε με την τέχνη μας. Μέσα σε μια ατμόσφαιρα κατάνυξης, όλοι μαζί απλώσαμε στο τραπέζι τις ιδέες μας, τις φαντασίες μας, τις χαρές μας και την ελπίδα να αναστήσουμε και πάλι τον Καραγκιόζη μας. Που τόσο πολύ έχουμε ανάγκη.

Αποτίνοντας φόρο τιμής στον αγαπημένο μας δάσκαλο και καραγκιοζοπαίχτη Άθω Δανέλλη, θα ήθελα να εκφράσω τη βαθιά μου αγάπη και ευγνωμοσύνη που διασταυρώσαμε τα ξίφη μας – τις φιγούρες μας- στο μάθημα του θεάτρου σκιών στη σχολή. Και φυσικά, που συνέτρεξε στο να ανεβάσουμε ως ομάδα την παραστασούλα μας στο τέλος της χρονιάς.

Ο Πασάς τότε, ο Σιόρ Διονύσιος τώρα. Κάθε φορά, όλο και πιο διαφορετική. Όλο και πιο γιομάτη.

Ναίσκε ψυχούλια μου, μια κάμαρη θέλω για περισσότερο καιρό κοντά στον Καραγκιόζο μου.

 

Μοσχούλα Κύρη

 

Βιβλιογραφία

Νίκος Εγγονόπουλος, «Ο Καραγιόζης – ένα ελληνικό θέατρο σκιών», Περιοδικό Λωτός Τ.6, 1969 και ύψιλον/ βιβλία, Δεκέμβριος 1980, Μάρτιος 1981.

«Στον μπερντέ μου θα σου πω, λίγα λογάκια για τον αφέντη μου τον Σπαθάρη»

                Ε ρε γλέντια! Λοιπόν, για όσους δε με γνωρίζουν είμαι ο Καραγκιόζης Καραγκιοζόπουλος, της οικογένειας των Σπαθάρηδων, γέννημα θρέμμα Σωτηριακός Σπαθάρης.

               Και μιας και καθόμαστε όλοι μαζί εδώ χάμω και γινόμαστε φίλοι σιγά σιγά, θα σας εκμυστηρευτώ μερικά πράματα, που μου έλεγε ο συγχωρεμένος ο μπαμπάς μου Σωτήρης, σπουδαίος άνθρωπος!

              Ακούστε, ακούστε! Ήτανε λέει τεσσάρων – πέντε να ‘τανε χρονώ, όταν έπαιζε μπρος στο σπίτι του, στην οδό Πελοποννήσου της περιοχής του Αμαρουσίου. Και ξαφνικά νά σου ένα ζευγάρι, τον αρπάζει και τον πετάει σε μια καρότσα! Εκείνος τότες, τί να κάμει, φωνάζει με όλη του τη δύναμη τον πατέρα του, ο οποίος σαν από μηχανής θεός, τελικά τονε σώζει. Τον αγαπούσε πολύ τον πατέρα του ο Σωτηράκης, είναι η αλήθεια. Όλο έλεγε ότι ήταν ένας από τους πιο δυνατούς ανθρώπους που είχε τότες η Αθήνα. Αλλά…. όταν άκουγε τη λέξη αστυνομία, έτρεμε σαν βρεμένο σκυλί. Έπειτα, από ατύχημα του πατέρα του στη δουλειά, η οικονομικά κατάσταση στο σπίτι επιδεινώθηκε.

              Ο Σωτήρης, που λέτε, πρώτη φορά είδε θέατρο σκιών στο Μεταξουργείο με καραγκιοζοπαίχτη τον Μπράχαλη, μου τα ‘λεγε εμένανε όλα. Σιγά σιγά το μικρόβιο του Καραγκιόζη μπήκε μέσα του: έγινε ο καλύτερος μαθητής και βοηθός του Θεοδωρέλλου και συνεργάστηκε με καταξιωμένους καλλιτέχνες του χώρου, όπως ο Χατζάρας, ο Ξάνθος, ο Μπέκος, ο Ιατρίδης, ο Νταντάης, ο Μόλλας.

             Ο ίδιος μου έλεγε, δε θα ξεχάσω, πως «όλο μέσα στο νου μου έφερνε βόλτες ο Καραγκιόζης, διότι μόνο έτσι αισθάνομαι την ψυχή μου να μου μιλά παιδιάστικα και είμαι βέβαιος πως εάν αφήσω τον Καραγκιόζη, θα πεθάνω.»

            Μπορείτε να φανταστείτε πώς ένιωθα όταν μου τα ‘λεγε αυτά εε… Στο σπίτι του όλα θυμίζουν τον Καραγκιόζη. Είχε φτιάξει έναν αερόμυλο, που το γυρίζουν ο Καραγκιόζης και ο Χατζιαβάτης. Στον καθρέφτη του έλεγα, λοιπόν, κάθε πρώι: Ρε Σωτήρη, για θυμήσου από το 1909 μέχρι το 1947, τότε που με έπιανες στα χέρια σου, τί χαρές και γέλια χαρίζαμε σ’αυτόν τον λαό που με ζωηράδα φώναζε «Γειά σου ρε Σπαθάρη με τον Καραγκιόζη σου!»

             Αυτός είναι ο Σωτήρης Σπαθάρης, λοιπόν. Ο πατέρας μου, ο πατερούλης μου. Αυτός που χάρισε ολάκερη τη ζωή του σε μένα κι εγώ σε αυτόν.

        Και τώρα, γλέντι! Έι ωρέ! Ελάτε να τονε γιορτάσουμε και με φαί να τον χορτάσουμε!

Untitled-46_4

 

Μοσχούλα Κύρη

 

Βιβλιογραφία

Σωτήρης Σπαθάρης, Απομνημονεύματα και η τέχνη του Καραγκιόζη», Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2010.

 

 

 

ΓΝΩΡΙΜΙΕΣ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗ

Τον Καραγκιόζη τον πρωτογνώρισα στα παιδικά μου χρόνια. Πρωτότυπο, θα μου πείτε. Ωστόσο σε αυτή τη φράση πρέπει να διευκρινίσω δύο πράγματα: α) ότι λέω τον «πρωτογνώρισα», γιατί ο Καραγκιόζης και εγώ αργότερα ξαναγνωριστήκαμε άλλες τρεις φορές, όπως θα σας διηγηθώ, και β) ότι τα «παιδικά μου χρόνια» ήταν η δεκαετία του 1980.

Η πρώτη γνωριμία μας έγινε λοιπόν στα 80’s, και έγινε όχι με έναν μπερντέ, αλλά μια οθόνη τηλεόρασης ανάμεσά μας.  Ήταν η εποχή που η ελληνική τηλεόραση είχε δύο κανάλια και ένα πολύ περιορισμένο παιδικό πρόγραμμα. Οπότε, αν ήσουν παιδάκι τότε, έβλεπες ό, τι έδειχνε αυτές τις 1-2 ώρες και ήσουν και πολύ ευχαριστημένο. Εκεί κάπου στο παιδικό πρόγραμμα της ΕΡΤ-1 και  ΕΡΤ-2 υπήρχε και μία εκπομπή με Καραγκιόζη. Η αλήθεια είναι ότι δεν ήταν αυτή και η πιο αγαπημένη μου εκπομπή. Θυμάμαι ότι προτιμούσα, ας πούμε, να δω τα Στρουμφάκια, παρά τον Καραγκιόζη, καθώς ουσιαστικά τον θεωρούσα ως ένα καρτούν της παλιάς εποχής, όταν δεν υπήρχε ακόμα κινηματογράφος και άρα ούτε κινούμενα σχέδια. Ωστόσο, διασκέδαζα μαζί του και εν πάσει περιπτώσει, όπως είπαμε, τότε ό,τι προλάβαινες να δεις στο σύντομο παιδικό πρόγραμμα ήταν μια χαρά. Την εκπομπή λοιπόν αυτή την παρουσίαζε και έπαιζε ο καραγκιοζοπαίχτης Θανάσης Σπυρόπουλος και λεγόταν «Χρόνια συντροφιά με τον Καραγκιόζη». Τον τίτλο προφανώς δεν τον θυμόμουν πια. Θυμόμουν όμως πολύ καλά κάτι άλλο, και αυτό ήταν το τραγούδι με το οποίο άρχιζε η εκπομπή-και το θυμόμουν αυτολεξεί:

Είμαι εγώ ο Καραγκιόζης

Ένας μεγάλος, ένας τρανός

Ο ξακουστός παντού στην Ελλάδα

Ο μυταράς γελωτοποιός.

Μέσα σε πόλεις, χωριά, χωριουδάκια,

Χρόνια και χρόνια και κάθε φορά

Στον παππού, στα εγγόνια και στ’ άλλα παιδάκια

Χαρίζω το γέλιο, ζωή και χαρά- ζωή και χαρά-και χαρά και χαρά και χαρά…

Απλώς έβαλα λοιπόν σε αναζήτηση στο διαδίκτυο «είμαι εγώ ο Καραγκιόζης» και βρήκα όχι μόνο τον τίτλο της εκπομπής, αλλά και βίντεο, το οποίο με συγκίνησε και μπορείτε να δείτε εδώ: https://www.youtube.com/watch?v=mrhvtv7iLR0

Θα δείτε, ήδη στα πρώτα πλάνα των τίτλων αρχής, τη ζωντανή ορχήστρα που έπαιζε σε κάθε επεισόδιο, και ιδίως την αδυναμία μου όταν ήμουν μικρή-αλλά και τώρα: αυτό το γεροντάκι με το βιολί, ξεκαρδισμένο στα γέλια-ίσως να ντρεπόταν, ίσως και να τους είχαν βάλει στο βίντεο τίτλων να κάνουν στα ψέματα πως παίζουν, και το έβρισκε αστείο.

Θα δείτε επίσης στη χορωδία κάτι κυρίες με μαλλί-χαίτη δεκαετίας 80.

Θα δείτε μετά και τον Σπυρόπουλο να προλογίζει, με πληροφορίες για το θέατρο σκιών.

Και θα δείτε στο κοινό παιδάκια που σήμερα είναι περίπου σαραντάρηδες, όπως η γράφουσα.

Γυρνώντας στο περίφημο τραγουδάκι τίτλων, πρέπει να πω ότι τότε ο στίχος που μου είχε τραβήξει την προσοχή ήταν το: «στον παππού, στα εγγόνια και στ’ άλλα παιδάκια». Με εντυπωσίαζε ότι προτασσόταν ο παππούς, ως το πιο σημαντικό πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν ο Καραγκιόζης, ακολουθούσαν τα εγγόνια και τα άλλα παιδάκια, ενώ έμεναν εντελώς έξω η μαμά, ο μπαμπάς και η γιαγιά. Είχα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το νόημα της φράσης αυτής ήταν πως και ο παππούς ήταν ένα παιδάκι. Και πράγματι! Όταν μια φορά έτυχε να είμαστε σε επίσκεψη στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς και να δούμε τον Καραγκιόζη στην ασπρόμαυρη τηλεόρασή τους, θυμάμαι ότι ο παππούς μου ενθουσιάστηκε, γελούσε πολύ και ήξερε μάλιστα όλες τις φιγούρες-όχι μόνο τα ονόματα, αλλά και να τις μιμείται. Και είναι σαν να τον βλέπω στα τραγούδια να παριστάνει πως παίζει κι εκείνος σαντούρι. Δεν ξέρω πού είχε δει Καραγκιόζη- ένα ή δύο χρόνια μετά από εκείνο το απόγευμα ο παππούς μου πέθανε κι έτσι δεν τον ρώτησα ποτέ. Μου έχουν όμως πει πως ο άλλος μου παππούς -τον οποίο ούτε καν γνώρισα- είχε παρακολουθήσει τον Μόλλα να παίζει στο «Ραντάρ» της λεωφόρου Αλεξάνδρας τη δεκαετία του 1940, καθώς το πατρικό σπίτι του πατέρα μου βρισκόταν ακριβώς πάνω από το θέατρο.

Στην εφηβεία η σχέση μου με τον Καραγκιόζη ήταν ανύπαρκτη. Είναι όμως ενδιαφέρον πως το μόνο που είχε επιβιώσει ήταν αυτό ακριβώς το τραγουδάκι της συγκεκριμένης εκπομπής, την οποία προφανώς παρακολουθούσαν ως παιδιά όλοι σχεδόν οι συνομήλικοι φίλοι μου. Έτσι, συχνά, όποτε κάποιος έκανε κάτι γελοίο, ο άλλος σιγοτραγουδούσε «Είμαι εγώ-ο Καραγκιόζης…», μάλιστα κουνώντας μπρος πίσω και το ένα χέρι, όπως το μακρύ χέρι του Καραγκιόζη.

Η δεύτερη τώρα γνωριμία μου με τον Καραγκιόζη πραγματοποιήθηκε μετά την εφηβεία. Ήταν στα φοιτητικά χρόνια, όταν με μια μεγάλη παρέα παρακολουθήσαμε παράσταση του Αθω Δανέλλη στο «Θέατρο Σκιών Δεσύλλα» (από το όνομα του παλαιότερου καραγκιοζοπαίχτη που το είχε ιδρύσει). Βρισκόταν στην πλατεία Γκύζη και ήταν κάτι σαν καφενείο-τσιπουράδικο, όπου στηνόταν μπερντές. Θυμάμαι πως ένιωσα μια τεράστια χαρά, γέλασα με την καρδιά μου και το κυριότερο: Για πρώτη φορά συνειδητοποίησα πραγματικά πως ο Καραγκιόζης δεν είναι ένα κινούμενο σχέδιο παλιάς τεχνολογίας, όπως πίστευα μικρή, αλλά κανονικότατο θέατρο. Η αντίληψή μου για αυτόν, αλλά και ο βαθμός του σεβασμού μου είχε πλέον αλλάξει εντελώς.

Βέβαια, καθώς στα επόμενα χρόνια ήμουν βασικά εκτός Ελλάδας, χαθήκαμε πάλι, όχι όμως εντελώς, καθώς σε ανύποπτες στιγμές, κάτι με είχε σπρώξει να αγοράσω τα Απομνημονεύματα του Σωτήριου Σπαθάρη ή το Υπόκοσμος και Καραγκιόζης του Ηλία Πετρόπουλου. Επίσης, τα καλοκαίρια σε διακοπές παρακολούθησα παραστάσεις σε επαρχιακές πλατείες, αυλές σχολείων και θερινά σινεμά, οι οποίες και αναγγέλλονταν με χαρτονένιες αφίσες συρραμμένες πλάτη-πλάτη σε σκονισμένες κολώνες της ΔΕΗ, αλλά και από το φορτηγάκι με τη γνωστή ντουντούκα. Κάποιες παραστάσεις ήταν μέτριες, άλλες πάλι πολύ καλές, όπως όταν πέτυχα τον Ευγένιο Σπαθάρη έναν Ιούλιο στην Κεφαλονιά.

Η τρίτη μου γνωριμία με τον Καραγκιόζη έγινε μετά το 2013 που απέκτησα παιδί, καθώς τον ανακάλυψα πάλι από την αρχή (όπως και όλο τον κόσμο, υποθέτω) μέσα από το βλέμμα της κόρης μου. Εκείνη και οι φίλοι της αγαπούν πολύ τον Καραγκιόζη και την παρέα του, και κάποια απογεύματα πηγαίνουμε σε παραστάσεις που γίνονται για παιδιά στο θέατρο Ελυζέ στα Ιλίσια τον χειμώνα, ή στο θερινό Αλέκα στου Ζωγράφου το καλοκαίρι. Εκεί χθες βράδυ είδαμε -μαζί με όλη την τάξη της από το νήπιο- τον Καραγκιόζη Αστροναύτη από τον θίασο Αθανασίου.

Η τέταρτη και τελευταία ως τώρα γνωριμία μου με τον Καραγκιόζη έγινε φέτος και έγινε πίσω από το μπερντέ: συγκεκριμένα στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών και στο μάθημα για το Ελληνικό Θέατρο Σκιών, το οποίο συνδιδάσκουν ο Ιωσήφ Βιβιλάκης και –μαντέψτε ποιος άλλος!: ο Αθως Δανέλλης, που μας είχε συστήσει και τη δεύτερη φορά! Στο εξάμηνο που πέρασε η ομάδα μας πήρε μεγάλες ποσότητες συμπυκνωμένης αγάπης και γνώσης για τον Καραγκιόζη: για τις ρίζες του, την ιστορία του,  αλλά και για τον τρόπο που κατασκευάζεται μια φιγούρα και που στήνεται μια παράσταση. Η οποία παράσταση, η δική μας παράσταση, ο Καραγκιόζης μάγειρας, πραγματοποιήθηκε την περασμένη εβδομάδα μπροστά σε κοινό πολλών φίλων (δικών μας και του Καραγκιόζη) και ακόμα νιώθω μεγάλη χαρά όταν τη σκέφτομαι. Όπως άλλωστε και όταν σκέφτομαι όλες μου τις γνωριμίες με τον Καραγκιόζη, τον οποίο νομίζω πως δεν θα πάψω ποτέ να γνωρίζω και να ανακαλύπτω ξανά και ξανά. Ε, ρε, γλέντια!

Έλλη Γαβριήλ (a.k.a. Σταύρακας)

Σταύρακες.jpg

(Σταυρακάκι και Σταύρακας συνομιλούν)

Το δικό μου Θέατρο Σκιών

Η πρώτη μου επαφή με το θέατρο, ήταν οι παραστάσεις θεάτρου σκιών που παρακολουθούσα μαζί με τη γιαγιά μου στην τηλεόραση κυρίως. Επίσης πολύ συχνά η γιαγιά, μου διηγούταν ιστορίες με πρωταγωνιστή τον Καραγκιόζη όπως και ανέκδοτα για τον «Χότζα» των Τούρκων, έτσι για κάποιον λόγο τους είχα ταυτίσει στο μυαλό μου, όπως και, άγνωστο γιατί, και τον Καραγκιόζη με το πρόσωπο του «πολυμήχανου» Οδυσσέα. Συνεπώς, οτιδήποτε παρακολούθησα μετέπειτα από θεατρικές παραστάσεις εμπεριείχε με κάποιον τρόπο πάντα μέσα του τον Καραγκιόζη, ένα στοιχείο που με έκανε να αισθάνομαι ζεστά και οικεία πάντα γιατί το συνέδεα μέσα μου με τη γιαγιά μου, τις ιστορίες της τα καλοκαιρινά μεσημέρια μετά τη θάλασσα, το παιχνίδι της φαντασίας μου με τις κούκλες, οτιδήποτε γενικώς με συγκίνησε ποτέ ώστε να ασχοληθώ «επαγγελματικά» με το θέατρο στην πραγματικότητα ήταν συνδεδεμένο με αυτό τον «τόπο των σκιών» μέσα μου.
Κάποια άλλη στιγμή, αργότερα μέσα στα χρόνια που σπούδαζα στη Δραματική Σχολή έτυχε να δω μια συνέντευξη του Άθω Δανέλλη και μου έκανε εντύπωση η σεμνότητα, η αγάπη κι η αφοσίωση απέναντι στην τέχνη του, αυτό ήταν κάτι που με συγκίνησε πολύ γιατί εκείνη την εποχή περίπου ήταν που είχα ανακαλύψει την ρήση του Τσέχωφ «αγάπα την τέχνη μέσα σου κι όχι τον εαυτό σου μέσα στην Τέχνη» μα ήμουν πολύ απασχολημένη με το να αναρωτιέμαι αν έχω ταλέντο και δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία. Αργότερα κατάλαβα πως δεν υπάρχει ταλέντο μόνο αγάπη για αυτό που δημιουργεί κανείς, ότι κι αν είναι αυτό, και για τους ανθρώπους γύρω του. Το να επιθυμεί κανείς να επικοινωνήσει την τέχνη του μόνο την αγάπη πρέπει να έχει ρίζα, έτσι αναπτύσσεται υγιώς και στεριώνει. Κι από την αγάπη ύστερα προκύπτει η ανάγκη για τη σκληρή δουλειά, να γίνεται κανείς καλύτερος μονάχα για να βρει έναν ακόμη ομορφότερο τρόπο να «συνομιλήσει» και να αφουγκραστεί τον κόσμο και τα μυστήρια του.

Νομίζω πως στο θέατρο σκιών βρήκα τον καλύτερο και τον ασφαλέστερο τρόπο να πλησιάσει κανείς το κοινό και την «τέχνη μέσα του». Το Θέατρο σκιών λυτρώνει τον καλλιτέχνη κατά τη γνώμη μου από οποιαδήποτε τάση αλαζονείας και την ανάγκη του να «φανεί» η οποία στην πλειονότητα των περιπτώσεων αποτελεί τροχοπέδη, το πανί αποτελεί ενός είδους «ασπίδα» για τέτοιου είδους σφάλματα στα οποία πέφτουν συνήθως οι ηθοποιοί της σκηνής, πίσω από τον «μπερντέ» βρίσκεται κανείς ουσιαστικά βουτηγμένος στην ομορφιά της τέχνης και της συναδελφικότητας, αλλά ταυτόχρονα και μόνος απέναντι στην ψυχή του και στον ίδιο του τον εαυτό, ανύμπορος να πει ψέματα πια, όπως ένα μικρό μικρό παιδί. Το σώμα, η ψυχή και η φωνή του είναι πια εντελώς αφοσιωμένα σε αυτό το αγνό πλάσμα από χαρτί το οποίο ο ίδιος οραματίστηκε και έπλασε, σαν μια μορφή αγίου που τον επισκέφτηκε στα όνειρα του ή σαν ένα πολύτιμο φίλο που δεν μπορεί διαφορετικά να συνομιλήσει μαζί του εάν ο ίδιος δεν τον ζωντανέψει.
Αυτά όλα τα συνειδητοποίησα χάρη στο μάθημα «Θέατρο Σκιών» που παρακολούθησα φέτος, ήταν κάπως λες και όλα αυτά τα παιδικά βιώματα μέσα μου είχανε κάπως ναρκωθεί ή χαθεί κι είχανε χάσει και τα ίδια ακόμα την συναίσθηση του εαυτού τους.
Όταν όμως έφτιαξα στο πρώτο μάθημα την φιγούρα μου μαζί με τους άλλους συναδέλφους, όλα αυτά αφυπνίστηκαν και πάλι ενώ ταυτόχρονα η αίσθηση του συνόλου, το ότι όλοι μαζί δημιουργούμε δηλαδή έναν κόσμο που χρειάζεται την φαντασία και την αγάπη του καθενός ξεχωριστά και όλων μαζί ταυτόχρονα για να ζωντανέψει, μου έδωσε κουράγιο και με έβγαλε από την μοναχικότητα του «γυμνού» υποκριτή του θεάτρου. Εκείνου δηλαδή που δεν προσπαθεί να αλλάξει την φωνή του ούτε και την όψη του, γιατί φοβάται μη φανεί ψεύτης.
Στο θέατρο σκιών όλα είναι αλήθεια, όπως στα παιδικά παιχνίδια.
Ο παίκτης είναι και σκηνοθέτης και δημιουργός και συγγραφέας και μουσικός και όλα. Μπορεί να αλλάξει όσο θέλει τη φωνή του, μπορεί να γίνει ότι και όποιος θέλει κι αυτό κρύβει μια ελευθερία υπέροχη που νομίζω είναι αρκετή για να κάνει έναν άνθρωπο ευτυχισμένο και να του δώσει τη δύναμη να κάνει και τους άλλους ευτυχισμένους.
Λάτρεψα την δυνατότητα που μου δόθηκε να παίξω με τον «ήχο» μου και να πειραματιστώ ώστε να δανείσω τη δική μου ψιλή γυναικεία φωνή σε έναν χαρακτήρα όπως ο Μπαρμπα-γιώργος, κάτι που με βοήθησε ιδιαίτερα σε αυτό ήταν το ότι ήδη απο χρόνια είχα την «φωνή» του στα αυτιά μου, ήταν η φωνή ενός καθηγητή της παραδοσιακής μουσικής στο σχολείο που μάλιστα μας είχε κάποτε διδάξει τον «Αμάραντο», φυσικά δεν κατόρθωσα να αλλάξω εκατό τοις εκατό την φωνή μου σε ανδρική ούτε και πέτυχα ακριβώς νομίζω τη φωνή που οραματιζόμουν, αλλά ήμουν συγκεντρωμένη πλήρως στο πρότυπο της φαντασίας μου κι αυτό είχε πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Η μουσική είναι κάτι με το οποίο χρόνια ασχολούμαι και αγαπώ ενώ ποτέ στο θέατρο δεν βρήκα την ευκαιρία να την εντάξω όσο και όπως εγώ θα ήθελα στις ερμηνείες. Οι φωνές που αλλάζει κανείς στο Θέατρο Σκιών συνθέτουν ενός είδους ορχήστρα, όλοι οι άλλοι ήχοι επίσης που έρχονται με αναπάντεχο πίσω από το πανί, τα βήματα της φιγούρας που αντηχούν πάνω στο ξύλο όπως τα βήματα ενός ανθρώπου που πραγματικά βαδίζει, συνθέτουν μουσική, την μουσική ενός άλλου κόσμου.
Το κοινό μαγεύεται από τον ήχο και μέσω του ήχου γοητεύεται και πιστεύει χωρίς δεύτερες σκέψεις, άδολα, σ’ αυτήν την πραγματικότητα, όπως ακριβώς τα παιδιά. Κάθε φιγούρα έχει το «τραγούδι της» και μέσα από αυτό ακόμη είναι αρκετό να σκιαγραφηθεί ένας χαρακτήρας και να «αναγνωρίσει» κανείς με ποιόν έχει να κάνει. Σην παράσταση «ο Καραγκιόζης Μάγειρας» μπόρεσα επίσης να έρθω πάλι σε επαφή με την παραδοσιακή μουσική που τόσο μου αρέσει μα την είχα κι αυτή κάπως παραμελήσει, συμμετέχοντας στην ορχήστρα κατάλαβα πόσο ισχυρή είναι η αλληλεπίδραση ανάμεσα στους μουσικούς και τις φιγούρες, οι μουσικοί γίνονται κι αυτοί «φιγούρες» παίζοντας κι αυτοί το ρόλο τους στην παράσταση ως «φωνές».
Μου φάνηκε επίσης πολύ ενδιαφέρον το γεγονός ότι το Θέατρο Σκιών ξεκίνησε ως μια προσπάθεια «ανάστασης» αγαπημένων προσώπων, σε διάφορους λαούς, αυτή η πληροφορία με συγκίνησε ιδιαίτερα και θυμήθηκα πως όταν ήμουν μικρή είχα ακόμη ταυτίσει τα πρόσωπα των αγίων με τα πρόσωπα του θεάτρου σκιών.
Για μένα είναι κάτι μαγικό, το μαγευτικότερο είδος θεάτρου, είναι ασύλληπτο το πώς καταφέρνει ένα τεντωμένο πανί και μερικές λάμπες να «πλάσουν» μια ουτοπία όπου ζουν και δρουν πλάσματα που κατοικούν μονάχα μέσα μας. Το γεγονός ότι αυτοσχεδιάσαμε το κείμενο ήταν ακόμη κάτι το οποίο, ως εμμονική με τα «λόγια», με εξέπληξε που λειτούργησε τόσο όμορφα παρόλο που δεν είχαμε την εμπειρία να χειριστούμε τα λάθη, φαίνεται όμως πως ίσα-ίσα αυτά τα λάθη ήταν που έδωσαν την μεγαλύτερη ομορφιά σε αυτό που φτιάξαμε.
Οι φωνές των μικρών παιδιών στο κοινό, που έρχονταν και μας έβρισκαν πίσω από το πανί, απευθυνόμενες στις φιγούρες, η πίστη τους ότι αυτό που έβλεπαν ήταν «αληθινό» με την αλήθεια των ονείρων και των παραμυθιών μου έδωσε την δύναμη να πιστέψω κι εγώ πως όντως αυτό που δημιουργούμε είναι αληθινό, ο κόσμος του Καραγκιόζη υπάρχει κι έχει να πει πολλά στον κόσμο, σαν παραμύθι, γιατί μονάχα έτσι οι άνθρωποι θα μπορέσουν να μάθουν να ακούνε την αλήθεια, μόνο μέσα από τις ιστορίες.
Νομίζω πως βρήκα αυτό που πάντα ήθελα να κάνω, αλλά δεν είχα τον τρόπο ακόμα να το εκφράσω και να το κατανοήσω επακριβώς.
Μέσα από το Θέατρο Σκιών συνταιριάζονται όλες οι τέχνες που αγαπώ, οι άνθρωποι παίζουν όλοι μαζί αδελφωμένοι σαν μια παρέα παιδιών, η μουσική γιατρεύει τις ψυχές τους και το κοινό, μακριά και κοντά ταυτόχρονα αγκαλιάζει αυτό το θέαμα με αθωότητα και πίστη αφυπνίζοντας ο καθένας το παιδί μέσα του.
Κάπως έτσι ελπίζω και πιστεύω πως ο κόσμος θα καταφέρει στ’ αλήθεια να γίνει λίγο καλύτερος αύριο.

Αγγελίνα Κλαυδιανού

Επίλογος

Κάθε φορά που καλούμαι να μιλήσω για την εμπειρία μου πάνω σε κάποια παράσταση Καραγκιόζη η πρώτη λέξη που μου έρχεται στο μυαλό είναι ταξίδι. Ταξίδι σε άλλες εποχές, ταξίδι στην παιδική μου ηλικία, ταξίδι σε άλλα μέρη… Κάθε φορά που κλείνει ένας τέτοιος κύκλος μένουν στο μυαλό χρώματα, μυρωδιές, χαμόγελα, γέλια, φέτος και γεύσεις, ότι ακριβώς σου έχει να θυμάται κανείς από ένα ταξίδι.

Είναι πραγματική τιμή για όλους τους φοιτητές του τμήματος να έχουν αυτή την ευκαιρία, να έρχονται σε τόσο στενή επαφή με αυτή την όμορφη και ιδιαίτερη μορφή θεάτρου. Ένα λαϊκό δρώμενο, τόσο προσιτό σε όλο τον κόσμο που δύσκολα θα περάσει απαρατήρητο από τα μάτια του θεατή. Εδώ συναντιούνται το θέατρο, η μουσική, η ζωγραφική, το γέλιο, το κλάμα. Σταυροδρόμι τεχνών και συναισθημάτων.

Ο Καραγκιόζης μάγειρας μία ακόμη ξεχωριστή εμπειρία, που με έκανε προσωπικά να αγαπήσω ακόμα πιο πολύ το θέατρο σκιών και τον Καραγκιόζη. Νέα πρόσωπα, τελείως διαφορετικές προσεγγίσεις των χαρακτήρων από τον καθένα, κάθε Πέμπτη συνέβαινε κάτι μαγικό. Κάθε πρόβα ήταν διαφορετική από την προηγούμενη με αποκορύφωμα την παράστασή μας στο Σύλλογο Ελλήνων Αρχαιολόγων, που ήταν η πιο ξεχωριστή γιατί καταφέραμε να μεταδώσουμε και να επικοινωνήσουμε όλο αυτό που βιώσαμε τους τελευταίους μήνες με ιδιαίτερη επιτυχία. Και πραγματικά η μεγαλύτερη ευτυχία και η μεγαλύτερη επιβεβαίωση της επιτυχίας μας ήταν τα χαμόγελα που ήταν ζωγραφισμένα στα πρόσωπα των μικρών παιδιών καθ’όλη τη διάρκεια της παράστασης.

Τόσο σπουδαίο, που έστω για αυτό το μικρό χρονικό διάστημα είχαμε την ευκαιρία να μπούμε στη θέση του Καραγκιοζοπαίχτη, να δούμε τον Καραγκιόζη από μία άλλη οπτική γωνία, να μιλήσουμε μαζί του, να τσακωθούμε, να γελάσουμε…να δώσουμε ζωή σε ένα κομμάτι πλαστικό, όπως με τόση επιτυχία εδώ και πολλά χρόνια κάνουν οι μεγάλοι Μάστορες, και να καταφέρουμε όλο αυτό να το περάσουμε και να το μεταδώσουμε και σε άλλους.

Αδημονώ για το επόμενο ταξίδι μαζί με τον Καραγκιόζη..

Εις το επανιδείν !