Αρχείο κατηγορίας ΑΡΘΡΑ

Τι «Μαγειρεύει» ο Καραγκιόζης;

Είναι πολλοί οι λόγοι που επέλεξα να προσδιορίσω την τέχνη του Καραγκιόζη μέσα από τη μαγειρική. Αρχικά είναι η έννοια του μάγειρα-Καραγκιοζοπαίχτη, ύστερα τα υλικά-φιγούρες και τέλος το αλάτι ως η ουσία κάθε γεύματος-παράστασης.

Ξεκινώντας από τον μάγειρα η ιδέα για αυτή την σύγκριση μου ήρθε όταν παρατήρησα τον Άθω Δανέλη να φτιάχνει την σκηνή φορώντας μία ποδιά σαν αυτές του μαγειρέματος και έβγαζε από μέσα καρφίτσες. Ήταν σαν ένα ένα τα υλικά να εμφανίζονταν μπροστά μου όπως όταν διαβάζεις μια συνταγή και βγάζεις τα υλικά στο τραπέζι και τα τοποθετείς χωρίς ακόμα να ξέρεις τι θα προκύψει. Στην περίπτωση του Καραγκιόζη θα προκύψει μία μαγευτική σκηνή που είτε έχεις δει μπροστά σου να παίρνει ζωή καθώς συναρμολογείται είτε όχι το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Ίσως στην δεύτερη περίπτωση να σε τρώει η περιέργεια στο πως φτιάχτηκε όπως και στο φαγητό. «Μάγειρας» όμως είναι και ο ίδιος ο Καραγκιόζης. Ο αγαπημένος μας ήρωας λατρεύει να σκαρφίζεται καταστάσεις και να ανακατεύει τους χαρακτήρες στην σκηνή. Πιο συγκεκριμένα είναι ένας νηστικός μάγειρας. Η ουσία είναι να παραμένει ο Καραγκιόζης μας νηστικός και πεινασμένος έτσι ώστε να ξεδιπλωθεί στην σκηνή μία ιστορία στην οποία ο πρωταγωνιστής μας θα ψάχνει τρόπους να γεμίσει το στομάχι του και των παιδιών του διότι και η φασολάδα και τα φασόλια καλά είναι αλλά για πόσο; Το σλόγκαν «Θα φάμε θα πιούμε και νηστικοί θα κοιμηθούμε» που έχει ταξιδέψει σε όλη την Ελλάδα και τον κόσμο, περιλαμβάνει σε μία πρόταση όλη την προσπάθεια του Καραγκιόζη που θα φάει θα πιει αλλά και πάλι στο τέλος θα γυρίσει νηστικός σπίτι έτσι ώστε μία νέα ιστορία να αναδυθεί και ο ίδιος να παραμένει αιώνιος.

Όσον αφορά τώρα τα υλικά και η σύνδεσή τους με τις φιγούρες. Στην τέχνη του Καραγκιόζη σίγουρα κύριο λόγο έχει ο ίδιος ο Καραγκιόζης πολλές φορές χωρίς αυτόν η παράσταση είναι ελλιπής γι αυτό και είναι και ελάχιστες οι παραστάσεις που δεν εμφανίζεται. Ωστόσο η παράσταση γεμίζει με χρώματα και μουσικές με την εισαγωγή κι άλλων χαρακτήρων, όπως ο Χατζηαβάτης, ο Μπάρμπα-Γιώργος, ο Διονύσιος, ο Μορφωνιός, ο Σταύρακας κ.α. Όπως και στην μαγειρική βλέπουμε και εδώ πως μία παράσταση έχει εμπλουτιστεί με διάφορα «υλικά». «Υλικά» άλλοτε γλυκά (βεζυροπούλα) άλλοτε γλυκόξινα (Χατζηαβάτης) άλλοτε αλμυρά (Μπάρμπα-Γιώργος) άλλοτε πικρά (Μορφωνιός). Χωρίς αυτά όμως το γεύμα δεν θα έδενε και το αποτέλεσμα θα ήταν άνοστο. Όλοι αυτοί οι χαρακτήρες που εμφανίζονται στα έργα του  Καραγκιόζη με τα ρούχα τους, τις προφορές τους και αυτά που ο καθένας αντιπροσωπεύει φτιάχνουν όλοι μαζί ένα μεγάλο και ποικιλόμορφο τραπέζι. Χαρακτηριστικό παράδειγμα δείπνου αποτελεί ο «Γάμος του Καραγκιόζη» καθώς εμφανίζονται στο έργο ήρωες από κάθε λογής τόπο δίνοντας εκτός από ποικιλία στο μεγάλο μας γαμήλιο τραπέζι αλλά και μυρωδιές και ήχους και τραγούδια με αποτέλεσμα να διαδραματίζεται μπροστά μας ένα οικουμενικό γλέντι.

Σίγουρα για να πετύχει μία παράσταση Καραγκιόζη χρειάζεται ποικιλία διότι και ο κόσμος που την παρακολουθεί είναι ποικιλόμορφος. Παρ’ όλα αυτά χωρίς τον ίδιο τον Καραγκιόζη όπως προαναφέρθηκε είναι σαν το φαγητό χωρίς το αλάτι. Όσο το αλάτι δίνει αυτό το κάτι παραπάνω στο γεύση τόσο και ο Καραγκιόζης. Βέβαια ο ήρωας μας δεν είναι σε καμία περίπτωση αόρατος από το μάτι αντιθέτως μας κάνει αισθητή την παρουσία του και αυτό μας αρέσει. Τελικά μήπως το αλάτι είναι ο καραγκιοζοπαίχτης; Πίσω από την σκηνή, καλά κρυμμένος, αλλά συγχρόνως κινεί όλες τις φιγούρες δίνοντάς τους ουσία, δίνοντάς τους  ζωή. Είναι αόρατος από εμάς αλλά και ταυτόχρονα ορατός-αισθητός όπως και το αλάτι. Όπως και στην μαγειρική έτσι και στην σκηνή όσο οι δύο «μάγειρές» μας παίζουν, ο Καραγκιοζοπαίχτης κάθε φορά προσθέτει ολοένα καινούριο υλικό κατά τη διάρκεια της παράστασης. Αυτοσχεδιάζει, μπορεί να του βγει πιο αλμυρό ή πιο γλυκό. Το αποτέλεσμα πλέον δεν είναι στο χέρι του, αυτό θα κριθεί από το κοινό, από αυτούς που θα το δοκιμάσουν. Αν το κοινό αρέσκεται στο αλμυρό έχει καλώς αλλιώς ο «μάγειράς» μας θα πρέπει να βρει άλλη συνταγή.

Κλείνοντας, άξιο παρατήρησης είναι πως η μαγειρική  σε κάθε τόπο της Ελλάδας έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά αλλά και για κάθε περίσταση το συγκεκριμένο πιάτο. Θα μπορούσε κανείς να την θεωρήσει και ως  μία λαϊκή «τέχνη»,  που συνεχίζει και περνά  από την μία γενιά στην άλλη πάντα σύγχρονη αλλά και πάντα παλιά. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για το θέατρο σκιών και τον Καραγκιόζη. Αναδύεται και συνεχίζει και θα συνεχίζει όσο οι άνθρωποι τον εμπλουτίζουν αλλά ταυτόχρονα τον κρατούν αυθεντικό μέσα στις καρδιές τους.

Τα τραγουδια και οι μουσικες στο εργο ΄΄Ο Μεγας Αλεξανδρος και το καταραμενο φιδι΄΄

untitled

Η μουσική στο ελληνικό θέατρο σκιών παίζει, έπαιζε και θα παίζει έναν σπουδαίο ρόλο. Οι ήχοι, μελωδικοί ή φάλτσοι, άγριοι ή ήπιοι, γλυκοί ή πικροί, πάντα θα διατηρούν την θέση τους στο θέατρο σκιών. Ανέκαθεν αυτό το είδος θεάτρου απαρτιζόταν και βασιζόταν στους ήχους: η φωνή του καραγκιοζοπαίκτη και οι ποικίλλες διαστάσεις της, τα ηχητικά εφέ που είναι πολλά και ευφυή στις παραστάσεις, η μουσική υπόκρουση των παραστάσεων με ορχήστρα ή cd, τα τραγούδια των ηρώων του πανιού. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά δείχνουν την αξία του ήχου, της μουσικής και του τραγουδιού στο κόσμο του Καραγκιόζη.

Ένα πολύ πλούσιο υλικό για την μουσική και τα τραγούδια στο θέατρο σκιών, επιστημονικό και καλλιτεχνικό, υπάρχει στο σπάνιο ντοκιμαντέρ της τηλεοπτικής εκπομπής του 1987 «Μουσική τομή»(ΕΡΤ) το οποίο ήταν ειδικά αφιερωμένο στα τραγούδια του ελληνικού θεάτρου σκιών και τη βαθιά τους σημασία στη πολιτιστική κληρονομιά της λαϊκής μας παράδοσης.

Παίρνουν μέρος γνωστοί καραγκιοζοπαίκτες της εποχής και μουσικοί. Περιστατικά αφηγούνται οι Βάγγος Κορφιάτης και Ευγένιος Σπαθάρης. Τα διάφορα τραγούδια τα ερμηνεύει μια από τις μεγαλύτερες φωνές των τραγουδιστών του Καραγκιόζη, ίσως και από τις καλύτερες φωνές που έβγαλε το ελληνικό τραγούδι χωρίς υπερβολή, ο Σπύρος Καράμπαλης, ο οποίος παρουσιάζει και κάποια σκετσάκια απο παραστάσεις. Βοηθός σκηνής είναι ο Αργύρης Θούγας, μια χαρακτηριστική προσωπικότητα του θεάτρου σκιών, πάντοτε στο πλευρό μεγάλων καλλιτεχνών του είδους, στην κιθάρα είναι ο αδερφός του Σπύρου Θέμης Καράμπαλης και στο ακορντεόν ο Βαγγέλης Καλυβιώτης. Πλάνα επίσης παρουσιάζονται και από ζωντανή παράσταση του τότε πρωτοεμφανιζόμενου καραγκιοζοπαίκτη Πάνου Καπετανίδη. Τα κείμενα και το αρχειακό υλικό προέρχονται από τον καραγκιοζόφιλο, ερευνητή και μηχανικό Βαγγέλη Βαβανάτσο. Επίσης, περαιτέρω επιστημονικές πληροφορίες σχετικά με τη μουσική και τα τραγούδια του Καραγκιόζη δίνει ο γνωστός καθηγητής θεατρολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Βάλτερ Πούχνερ.

Ας επιστρέψουμε όμως λίγο στο παρελθόν του ελληνικού θεάτρου σκιών. Υπάρχουν πολλές αναφορές για τη μεγάλη σημασία που απέδιδαν στη μουσική όλοι οι πρωτεργάτες του ελληνικού θεάτρου σκιών. Ορισμένοι από αυτούς υπήρξαν και οι ίδιοι και εξαίρετοι τραγουδιστές, με πρώτο τον «πατέρα» του νεοελληνικού Καραγκιόζη, τον Μίμαρο (Δημήτριο Σαρδούνη, 1865-1913). Αυτός ήταν και πρωτοψάλτης στον Άγιο Ανδρέα και την Παντάνασσα των Πατρών, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά την άμεση σχέση ανάμεσα στο δημοτικό τραγούδι και στη βυζαντινή μουσική παράδοση. Έχουμε όμως, παράλληλα, και καλλιτέχνες που άφησαν εποχή ως «τραγουδιστές του μπερντέ»: ο Σωτήρης Καπρούλιας(τραγουδιστής του Χρήστου Χαρίδημου), ο Κώστας Καραμπάλης (1883-1942, τραγουδιστής του Αντώνη Μόλλα) κ.α. Ο Κώστας Καραμπάλης ήταν ο πατέρας του Σπύρου και του Θέμη Καράμπαλη, που «έφυγαν» το 1995 και το 1993 αντίστοιχα, τελευταίοι εκπρόσωποι αυτής της παράδοσης. Πολύ συχνά οι τραγουδιστές και τα τραγούδια αναγράφονταν στο πρόγραμμα κι αποτελούσαν μεγάλο «κράχτη» για το κοινό: «Απόψε στου Χαρίδημου ο Σωτήρης Καπρούλιας στο Τούρκοι Βαστάτε τ’ Άλογα». Ο Σωτήρης Σπαθάρης γράφει στ’ απομνημονεύματά του ότι το πρώτο πράγμα που ζητούσαν, πριν τον κλείσουν για παράσταση στην επαρχία, ήταν: «Έχεις καλό αμανετζή;». Γιατί τότε η μουσική δεν περιοριζόταν σε μια ηχογραφημένη στροφή ή σε λίγες μουσικές φράσεις. Στην Αθήνα, τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, η κυριότερη απασχόληση των λαϊκών οργανοπαιχτών και των μουσικών που έπαιζαν στις φιλαρμονικές υπήρξε ο Καραγκιόζης. Ο Μόλλας κι ο Χαρίδημος είχαν στην ορχήστρα γύρω στα δέκα λαϊκά όργανα: κλαρίνο, βιολί, σαντούρι, πιάνο, ακορντεόν, τρομπέτα, κορνέτα, κιθάρα και «τζάζ» ή «γκρανκασοτάμπουρο» (μεγάλο τύμπανο με πιατίνια).

Παραδοσιακά Λαϊκά μουσικά όργανα.
Παραδοσιακά λαϊκά μουσικά όργανα που χρησιμοποιούνταν ως μουσική υπόκρουση από τους οργανοπαίκτες των ορχηστρών στις παραστάσεις του θεάτρου σκιών.

Η Αρετή Μόλλα – Γιοβάνου θυμάται: «Την ορχήστρα του πατέρα την αποτελούσαν ένα κοντραμπάσο, ένα αλτικόρνο, μια κορνέτα, μια γκρανκάσα, ένα τύμπανο και πιατίνια. Είχε τους ίδιους μουσικούς πολλά χρόνια. Τους βρήκα όταν ήμουν μικρό παιδάκι και σταμάτησε να συνεργάζεται μαζί τους όταν έπαψε πια να έχει ορχήστρα. Μια ζωή ολόκληρη!…». Στις περιοδείες τους οι καραγκιοζοπαίχτες συνεργάζονταν συχνά και με ντόπιους μουσικούς («Επήγαμε τουρνέ, βρήκαμε και όργανα που ήτανε κι αυτοί λουόμενοι» διηγείται ο Σωτήρης Σπαθάρης). Έτσι, κατά περίπτωση, πρόσθεταν και τραγούδια από το τοπικό ρεπερτόριο, ενώ παράλληλα λειτουργούσαν και σαν μουσικοί πρεσβευτές, μεταφέροντας σε όλη την Ελλάδα τα διάφορα μουσικά είδη και τους χορούς των ηρώων του Καραγκιόζη, που γεφυρώνουν την Ανατολή με τη Δύση. Πολιτικά χασάπικα και χασαποσέρβικα δίπλα σε «μαρσάκια» τύπου «Ροζαμούντας», καλαματιανά και τσάμικα μαζί με την πόλκα Καραγκιόζη – Χατζηαβάτη, αμανέδες και ισπανοεβραϊκά τραγούδια κοντά σε τσάρλεστον και φοξ τροτ, πειραιώτικα ρεμπέτικα.

Το ιστορικό του ελληνικού θεάτρου σκιών απ’όσο φάνηκε παραπάνω, έχει στις κεντρικές του θέσεις τον κόσμο της μουσικής και του τραγουδιού. Ένα από τα έργα που περιέχουν πολλά σημαντικά τραγούδια του μπερντέ, αποτελεί το κλασσικό έργο ΄΄Ο Μέγας Αλέξανδρος και το καταραμένο φίδι΄΄. Ας δούμε εδώ τα τραγούδια των ηρώων του έργου που κυρίως συνδυάζονται με την εμφάνιση του ήρωα στον μπερντέ:

Η καντάδα του Νιόνιου: Το τραγούδι της φιγούρας του Σιορ Διονύσιου (Νιόνιου), ενός από τους ήρωες του ρεπερτορίου του ελληνικού θεάτρου σκιών είναι η ζακυνθινή του καντάδα. Ο Σιορ Διονύσιος ή Νιόνιος, είναι Ζακυνθινός, ξεπεσμένος κατά φαντασία αριστοκράτης, καυχησιάρης, επιφανειακά ευγενικός, και μια γλώσσα γεμάτη παραφθαρμένες ιταλικές λέξεις. Αυτό που κρατά πάντοτε ζωντανό τον Σιορ Διονύσιο και ακλόνητο μέσα στις δεκαετίες είναι ο ρομαντικός του χαρακτήρας, το φλογερό του ταπεραμέντο, οι κομψοί τρόποι του η λεπτή και καλοντυμένη παρουσία του, το ψηλό καπέλο, το φράκο, το παπιγιόν και την ιταλο-ελληνική του κουλτούρα. Τις περισσότερες φορές ερωτευμένος βγαίνει στη σκηνή τραγουδώντας την Ζακυνθινή καντάδα του ή τραγούδια που αφορούν τη Ζάκυνθο από όπου κατάγεται. Τα τραγούδια που τραγουδάει είναι το »Άστρο της αυγής» και το »Από το χωριό ερχόμην».

Το ρουμελιώτικο του Μπαρμπαγιώργου: Το γνωστό παραδοσιακό κομμάτι «Μια βλάχα μια παλιόβλαχα» είναι ένα από τα χαρακτηριστικότερα ρουμελιώτικα τραγούδια του βουνού και του κάμπου με το οποίο πολύ συχνά κάνει την εμφάνιση του επί σκηνής ο Μπαρμπαγιώργος σε ένα χορό που εκφράζει τη συνολική λεβεντιά της ελληνικής φουστανέλας.

Το τσιφτετέλι του Εβραίου: Ο Εβραίος ο οποίος έχει χαρακτηριστική μακρόσυρτη ομιλία με πολλές ισπανικές λέξεις και είναι καλοντυμένος με τα πλουμιστά του ρούχα, το σιμίτι και τα ανατολίτικα πασουμάκια του, μιλά μια γλώσσα ακατάληπτη. Το σώμα του γέρνει μπροστά, το κεφάλι ακόμη περισσότερο και μοιάζει να ζητά μονίμως κάτι από τους άλλους και το απλωμένο χέρι του δείχνει ακριβώς τι: Το χρήμα. Σε αυτό είναι προσκολλημένος. Μπορεί να είναι τσιγκούνης και τοκογλύφος, μπορεί και να είναι απλώς αφοσιωμένος στο να βγάζει λεφτά. Και το καταφέρνει! Στη σκηνή μπαίνει πάντα τραγουδώντας το τραγούδι του »Βίζο Λα Βίζο» που μέχρι σήμερα είναι το ίδιο:

Βίζο-βίζο-βίζο, όντε λακαβίζο Οσπερλέμος ζα
Βίζο-βίζο-βίζο, γιουναίκα να κερδίζω. Οσπερλέμος…

Τα παιδικά του Μορφονιού: O Moρφονιός, η πασίγνωστη φιγούρα του θεάτρου σκιών που δημιούργησε ο Αντώνης Μόλλας, κάνει την είσοδο του με ελαφρά, ευχάριστα τραγούδια και πολλές φορές παιδικά(π.χ. Μια ωραία πεταλούδα). Το όνομα «Μορφονιός» σίγουρα αποτελεί ευφημισμό όσον αφορά στο συγκεκριμένο τύπο ανθρώπου. Πρόκειται για ένα κακάσχημο νάνο με τεράστιο κεφάλι και μικρό σώμα τεράστια μύτη και βλακώδες ύφος. Διαθέτει ωστόσο ένα μεγάλο πλεονέκτημα: παντελή έλλειψη αυτογνωσίας. Το τραγούδι του που τραγουδάει πολλές φορές όταν εμφανίζεται πίσω από τον μπερντέ είναι αυτοπαρουσιαστικό και έχει μια τέτοια μορφή: «Ουίτ, είμαι ο Μορφονιός / της μάνας μου καμάρι / όλες οι νιες μαραίνονται / ποια θα με πρωτοπάρει…»

Το ρεμπέτικο του Σταύρακα: Ο Σταύρακας εμφανίζεται πότε ως μάγκας και πότε ως ψευτόμαγκας, ανάλογα με το αν ο καλλιτέχνης θέλει να σατιρίσει τη συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπου. Με το γιλέκο και το σακάκι να κρέμεται στον έναν ώμο, το κομπολόι, το καβουράκι και το μαχαίρι περασμένο στο ζωνάρι του, υπήρξε κάποτε μια ολοζώντανη μορφή που τριγύριζε στους τεκέδες και στα ρεμπέτικα στέκια. Είναι λεβέντης, ευθύς, δεν μασάει τα λόγια του. Έχει τη δική του ιδιότυπη αντίληψη περί τιμής και ανδρείας. Έχει και αυτός μακρύ χέρι, κάτι που μας δείχνει πως ρέπει προς τον καβγά και τις αψιμαχίες. Πρόκειται, επίσης, για ένα φλογερό τύπο, όχι με το ρομαντισμό και την καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία του Σιορ Διονυσίου, αλλά με εκείνη του μάγκα, του περιθωριακού, αυτού που αντίκειται στο νόμο ή τον παίρνει στα χέρια του». Tα τραγούδια του είναι φυσικά τα ρεμπέτικα και ακολούθως τα ζεϊμπέκικα. Το χαρακτηριστικότερo τραγούδι του Σταύρου είναι »Η Έλλη».

…..Η Έλλη θέλει σκότωμα
με δίκοπο μαχαίρι
γιατί άφησε τον άντρα της
και πήρε κομισέρη

Αμάν αμάν Έλλη
κανένας δε σε θέλει
γιατί είσαι φιλημένη
στα χείλη δαγκαμένη…..

Ο Αμανές του Μεγαλέξανδρου: Ο Μέγας Αλέξανδρος αποτελεί χαρακτηριστική φιγούρα του ομώνυμου έργου. Είναι ο ήρωας, ο γενναίος Έλληνας άντρας, που δίνει την λύση στην άμοιρη πόλη σκοτώνοντας το καταραμένο φίδι. Ως ήρωας βέβαια τραγουδεί έναν ηρωικό αμανέ στην σκληρή μάχη του με το φίδι. Χαρακτηριστικός στον κόσμο του θεάτρου σκιών ο στίχος που λέει ο Μέγας Αλέξανδρος μέσα στο στόμα του φιδιού αναζητώντας την θεϊκή βοήθεια: «Βόηθα Χριστέ και Παναγιά, ένα θεριό με πνίγει!..».

Τα μικρασιάτικα του Χατζατζάρη(Χατζηαβάτης): Ο τύπος του ραγιά που ζει ακόμα με την ανάμνηση της τουρκοκρατίας. Παμπόνηρος, ανήσυχος για όλα, αδύνατος, δειλός, κόλακας και γαλίφος, κυρίως απέναντι στους ισχυρούς. Προσποιείται τον μισοκακόμοιρο ενώ ο νους του δουλεύει και ειδικά στις βρωμοδουλειές. Από την άλλη πλευρά, εκπροσωπεί τον τύπο του βιοπαλαιστή αστού. Το επάγγελμά του είναι τελάλης, μεσίτης και ταχυδρόμος που εκτελεί παραγγελίες του μπέη και του πασά. Τραγουδάει μικρασιάτικα παραδοσιακά τραγούδια που δηλώνουν την καταγωγή του. Ένα από τα γνωστότερα τραγούδια του είναι το »Αποφάσισα να γίνω».

Μεγάλη αλλαγή για τους ήχους, τα τραγούδια και τις μουσικές του θεάτρου σκιών υπήρξε η χρησιμοποίηση, από το 1960 και μετά, ηχογραφημένης μουσικής. Άλλαξε μερικώς το ρεπερτόριο, καθώς περιορίστηκε η επιλογή, έπαψε το παιχνίδισμα της φαντασίας κι ο αυτοσχεδιασμός που διάλεγε το τραγούδι ανάλογα με τα πρόσφατα γεγονότα, την ανταπόκριση του κοινού, τη διάθεση του καραγκιοζοπαίχτη ή του τραγουδιστή. Επίσης σύγχυση προκάλεσε και η χρήση του μικροφώνου, αλλοιώνοντας τη φωνητική τεχνική στην εκφορά του λόγου, στη δυναμική και στην κλίμακα των ηχοχρωμάτων του λάρυγγα.

Ο Σπύρος και του Θέμης Καράμπαλης, υπήρξαν οι τελευταίοι κύριοι εκπρόσωποι των τραγουδιστών του μπερντέ, εμπλουτισμένοι με κομμάτια του ταλέντου του πατέρα τους, του Κώστα Καράμπαλη. Αυτός πέθανε από την πείνα στα χρόνια της Κατοχής, αρνούμενος ως το τέλος να ηχογραφήσει τραγούδια του στη δισκογραφία των 78 στροφών, παρά τις δελεαστικές προτάσεις που δεχόταν κατά καιρούς. Γιατί, όπως έλεγε ο Κώστας Καράμπαλης, τα τραγούδια του Καραγκιόζη δεν μπορούν να περάσουν στα αυλάκια των δίσκων γραμμοφώνου. Χρειάζεται να υπάρχει κι ο μπερντές και το κοινό που τραγουδά μαζί με τον καραγκιοζοπαίκτη.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

– Ιωάννου Γιώργος (επιμέλεια-εισαγωγή), Ο Καραγκιόζης, τ.Α΄, Εκδόσεις Ερμής, Αθήνα 1985

– Ιερωνυμίδης Μιχάλης, Πίσω από τον μπερντέ. Ηχητικά και οπτικά τεχνάσματα στο ελληνικό θέατρο σκιών, Εκδόσεις ΄Αμμος, Αθήνα 1998

– Μόλλα-Γιοβάνου Αρετή, Ο καραγκιοζοπαίχτης Αντώνης Μόλλας, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1981

– Σπαθάρης Σωτήρης, Απομνημονεύματα και η τέχνη του Καραγκιόζη, Εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 1978

ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΑ

http://www.karagiozismuseum.gr/

http://www.instruments-museum.gr/

Ο ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ ΘΕΑΤΗΣ ΤΟΥ ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗ

Φώτης Κόντογλου, Αυτοπροσωπογραφία.
Φώτης Κόντογλου, Αυτοπροσωπογραφία.

Ο Κόντογλου σε ένα ταξίδι του στην Πελοπόννησο περιδιαβαίνει την Κορινθία, επισκέπτεται μοναστήρια και προσκυνήματα, καταγράφει εικονίσματα και περιγράφει τέμπλα, σημειώνει επιγραφές, μπαίνει σε αρχαίους τάφους, συναρπάζεται με κάθε τι από την ψυχή του λαού. Είναι καλοκαίρι, και κάπου εκεί κοντά στα Δερβενάκια παρακολουθεί θέατρο σκιών. Η μαρτυρία του είναι πολύτιμη: μας μιλάει για το έργο, τον ενθουσιασμό και τη συμμετοχή του κοινού, για την πολύ μεγάλη διάρκεια της παράστασης και για τον λόγο που έβγαλε ο καραγκιοζοπαίχτης στο τέλος. Εμφανώς συγκινημένος προτείνει να τοποθετηθεί σε κάθε ελληνικό χωριό ένας τεχνίτης του Καραγκιόζη για να διατηρεί υψηλό το φρόνημα σε παιδιά και λαό! Είμαστε στα δύσκολα χρόνια των αρχών της δεκαετίας του 1950.

Πήγαμε στα Δερβενάκια και φάγαμε στη δροσιά, κι ύστερα φθάσαμε σ᾽ ένα χωριό που περάσαμε τη νύχτα. Κατά καλή τύχη έδινε παράσταση ένας Καραγκιόζης, και περάσαμε την ώρα μας και με ελληνικό θέατρο. Το έργο ήτανε «ο θάνατος του Κατσαντώνη». Βάσταξε ώς τη μία μετά τα μεσάνυχτα, κι ο κόσμος μεγάλοι και παιδιά, δεν κουνηθήκανε. Ο ενθουσιασμός, οι φωνές, τα σφυρίγματα ήτανε τέτοια, που είπα «δεν πεθαίνει η αθάνατη φυλή μας». Στο τέλος της παράστασης, ο καραγκιοζοπαίχτης έβγαλε κι έναν πατριωτικό λόγο που θαρρώ πως δεν θα έδινε τέτοια συγκίνηση κανένας γραμματιζούμενος αερολόγος. Η πολιτεία θάκανε καλά να βάλει έναν καραγκιοζοπαίχτη σε κάθε χωριό για να διατηρήσει υψηλά το φρόνημα του λαού και των παιδιών κι ας κουρεύωνται τα ραδιόφωνα και τα άλλα μοντέρνα μέσα, που δεν μιλάνε στην ψυχή του λαού.

[…] Η Ελλάδα δεν πεθαίνει, μ᾽ όλους τους πιθήκους που θέλουνε να τη θάψουνε κάτω από την ταφόπετρα του μοντερνισμού. Κάθε φορά που πηγαίνω στα χωριά, παίρνω πιο πολύ ελπίδα. Κι αγωνίζουμε με περισσότερο ζήλο για να μη φραγκέψουμε, όπως έλεγε κι ο καραγκιόζης που έπαιζε τον Κατσαντώνη: «Το έθνος δεν εφράγκεψε, Τούρκους δεν προσκυνάει».

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥΣ

«Τα ελληνικά χωριά. Η Κλένια κ᾽ η Φανερωμένη», Ελευθερία 20 Αυγούστου 1953

»Πίσω από τον μπερντέ.»

Μιχάλης Ιερωνυμίδης, Πίσω από τον Μπερντέ. Ηχητικά και οπτικά τεχνάσματα στο ελληνικό θέατρο σκιών, Εκδόσεις Άμμος, Αθήνα 1998,σελ.189. Διαθέτει εικονογραφικό υλικό με φιγούρες, με σκηνές παραστάσεων, με διάφορα αντικείμενα καραγκιοζοπαικτών που χρησιμοποιούνται στις παραστάσεις και με ζωγραφιές του ελληνικού θεάτρου σκιών.

''Το εξώφυλλο του βιβλίου του Μιχάλη Ιερωνυμίδη. Προφανώς η φωτογραφία αποτυπώνει μια μαγική στιγμή πίσω από τον μπερντέ: Ο Γιώργος Χαρίδημος παίζει το ''Καταραμένο φίδι'' στο Δημοτικό Θέατρο του Μοσχάτου(1993, χειμώνας)
»Το εξώφυλλο του βιβλίου του Μιχάλη Ιερωνυμίδη. Προφανώς η φωτογραφία αποτυπώνει μια μαγική στιγμή πίσω από τον μπερντέ: Ο Γιώργος Χαρίδημος παίζει το »Καταραμένο φίδι» στο Δημοτικό Θέατρο του Μοσχάτου(1993, χειμώνας)

Ο Μιχάλης Ιερωνυμίδης προσπαθεί σε αυτό το βιβλίο να δημιουργήσει μέσα στις άκρες την ατμόσφαιρα που υπάρχει πίσω από τον μαγικό μπερντέ του θεάτρου σκιών, στον κόσμο της τέχνης των καραγκιοζοπαικτών. Θα έλεγα πιο ποιητικά ότι αυτό το βιβλίο του Μιχάλη Ιερωνυμίδη »εισβάλλει» πίσω από το μαγικό πανί των σκιών, στην χώρα των καραγκιοζοπαικτών. Ερωτήματα που μας δημιουργούνται όταν βλέπουμε μια παράσταση θεάτρου σκιών όπως »Πώς το έκανε αυτό;» ή »Μαγικό κόλπο ήταν αυτό;» μπορούν να απαντηθούν σε αυτό το βιβλίο που προδίδει, θα έλεγα αστειευόμενος, τα μυστικά κόλπα των καραγκιοζοπαικτών. Η αλήθεια είναι ότι οι καραγκιοζοπαίκτες του περασμένου αιώνα(20ου αιω.) ένιωθαν αρκετά ενοχλημένοι αν κάποιος μαρτυρούσε τα κόλπα τους που θεωρούσαν ότι ήταν τα κύρια όπλα τους που κρατούσαν την τέχνη του Καραγκιόζη μαγική και σπουδαία. Επιστρέφοντας όμως στο σήμερα, αντιλαμβανόμαστε ότι οι καραγκιοζοπαίκτες είναι πιο ανεχτικοί σε αυτό το ζήτημα και πέρα από το ότι επιτρέπουν στα παιδιά(μικρά και μεγάλα καθώς όλοι είμαστε παιδιά) να δουν τον μπερντέ στην εσωτερική μεριά του, της δημιουργίας, ακόμα και οι ίδιοι προδίδουν τα κόλπα τους ευκολότερα από τα παλαιότερα χρόνια.

Επιμένοντας τώρα στο θέμα του βιβλίου, θα αναφέρω πιο αποκαλυπτικά σημεία. Το βιβλίο είναι χωρισμένο τυπικά σε τρία μέρη:
1ο μέρος: ηχητικά τεχνάματα,
2ο μέρος:οπτικά τεχνάσματα,
3ο μέρος:οι εφευρέσεις των καραγκιοζοπαικτών

Aλλά εγώ θα το χωρίσω σε τέσσερα καθώς θεωρώ οργανικό μέρος του βιβλίου και τον πρόλογο του σημαντικότατου καθηγητή λαογραφίας Μ.Γ.Μερακλή που δείχνει την αγάπη του προς αυτό το βιβλίο και την ποιότητα του ως μελέτημα.Πιο συγκεκριμένα, Ο Μιχάλης Μερακλής δηλώνει στον πρόλογο του ότι για πρώτη φορά συγκεντρώνεται συστηματικά σε αυτό το βιβλίο του Ιερωνυμίδη το πολύτιμο οπτικοακουστικό υλικό του θεάτρου σκιών και εντούτοις των παραστάσεων του.Επίσης ο Μιχάλης Μερακλής εκφράζει την απόψη του, σε σχέση με την ουσία του βιβλίου, σε δύο κομμάτια: Πρώτον, αναφέρει ότι ο Καραγκιόζης δεν ήταν ένα απλό θέαμα σκιών, ήταν ένα λαϊκό δρώμενο και δεύτερον ότι το βιβλίο προβάλλει με το πολύτιμο υλικό του είναι η ικανότητα του καραγκιοζοπαίκτη να φτιάχνει οτιδήποτε με οτιδήποτε. Στη συνέχεια προτιμώ να δώσω ένα παράδειγμα από τα τρία κεντρικά μέρη του βιβλίου.

Όσον αφορά τον ρόλο του ήχου στο θέατρο σκιών θα αναφέρω το παράδειγμα των »χτυπημάτων στην πόρτα»: «Μια σκηνή που επαναλαμβάνεται σε πολλά έργα του θεάτρου σκιών είναι το χτύπημα της πόρτας, το οποίο αποδίδεται ηχητικά από τον βοηθό του καραγκιοζοπαίκτη ο οποίος χτυπά μια λαβή φιγούρας στην άκρη της ξύλινης λυχναροθήκης παρακολουθώντας την κίνηση της φιγούρας που κρατά ο μάστορας.(σελ.30 του βιβλίου)»

Από τα οπτικά τεχνάσματα θα επιλέξω το κομμάτι των »κεριών»: «Στο τέχνασμα αυτό ο βοηθός κόβει μια μικρή λουρίδα λαμαρίνας και τη λυγίζει σε ορθή γωνία. Τη μια της πλευρά τη βιδώνει στο προτεταμένο χέρι της φιγούρας και στην άλλη πλευρά της λαμαρίνας(που είναι παράλληλη με το έδαφος) κάνει μια μικρή τρύπα στην οποία προσαρμόζει κάθετα ένα μικρό κερί. ‘Ετσι, όταν η φιγούρα βγαίνει στη σκηνή φαίνεται ότι κρατάει κερί και μάλιστα αναμμένο!(σελ. 101 του βιβλίου).»

WP_20140730_002

Σχετικά με την εφευρετικότητα των καραγκιοζοπαικτών επέλεξα την σούστα και κυρίως την πιο εξελιγμένη περιστρεφόμενη σούστα: Πράγματι είναι σημαντική η εφεύρεση, γιατί δίνει τη δυνατότητα στη φιγούρα να στρέφεται πότε δεξιά και πότε αριστερά, ανάλογα με την ανάγκη της στιγμής. Αυτό επιτυγχάνεται με ένα σύστημα μεντεσέ που συνδέει την φιγούρα με την λαβή. Στη εικόνα που ακολουθεί φαίνεται καθαρά η σημαντικότητα και η χρησιμότητα της περιστρεφόμενης σούστας σε σχέση και με τις προγονικές της σούστες.

WP_20140730_004

Νομίζω ότι έγινε κάπως κατανοητό πως περίπου μαγεύει ο Καραγκιόζης και ο καραγκιοζοπαίκτης. Βέβαια, εδώ παραθέτω ένα απλό κείμενο το όποιο δεν μπορεί να αντικαταστήσει επ΄ουδενί την μαγική ατμόσφαιρα μιας παράστασης θεάτρου σκιών, που κυριολεκτικά μόνο στην κάθε παράσταση μπορεί να κριθεί ότι λέγεται θεωρητικά για το θέατρο, γιατί σίγουρα αν κάτι δεν πάει καλά πρέπει να αναθεωρήσουμε την θεωρία καθώς στην πράξη δεν υπάρχει λάθος και σωστό παρά μόνο ζωντάνια και πάθος. Προσωπικά εγώ διαβάζοντας το βιβλίο συνειδητοποίησα πόσο συστηματική ,λεπτομερής και καλλιτεχνική είναι η τέχνη του θεατρού σκιών πίσω από το μπερντέ. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά βέβαια διακρίνονται και από τους θεατές και καταχειροκροτούνται στις παραστάσεις μπροστά από τον μπερντέ. Αλλά πίσω από το πανί των σκιών υπάρχει ένα εργαστήρι που ανανεώνεται συνεχώς από μία σοβαρή και μετρημένη δουλειά, αλλά όμως και από έναν φευγαλέο αυτοσχεδιασμό. Αυτά τα συστατικά υπάρχουν, συμβιώνουν και δημιουργούν ανελιπώς και ταυτόχρονα μέσα στο μυαλό και στην ψυχή του καραγκιοζοπαίκτη και των βοηθών του στις παραστάσεις.

Θάνος Γκιόκας

«Το Κουκλοθέατρο και το Θέατρο Σκιών ως παιδαγωγικό μέσο για παιδιά»

Στα πλαίσια του μαθήματος της Παιδαγωγικής, μας ανατέθηκε η εξής εργασία:  «Αναζήτηση, μελέτη και αποδελτίωση  επιστημονικού άρθρου ή κεφαλαίου σχετικού με «παραστατικές τέχνες και εκπαίδευση».  Όπως ήταν αναμενώμενο, μετά τέτοια σύνδεση με τον Καραγκιόζη, από το επιλεγόμενο μάθημα Θέατρο Σκιών, αποφάσισα να ασχοληθώ με το Θέατρο σκιών στην εργασία μου.

Παραθέτω το κεφάλαιο που χρησιμοποίησα και τα δύο αρχεία τις εργασίας μου:

3.2. Το Κουκλοθέατρο και το Θέατρο σκιών (ΘΕΑΜΑ) ως παιδαγωγικό μέσο – Για παιδιά

Το κουκλοθέατρο και το θέατρο σκιών προσφέρουν στα παιδιά ερεθίσματα που το εμπλουτίζουν τόσο ψυχοσυναισθηματικά όσο και νοητικά.

Η κούκλα, το παραμύθι και οι λειτουργίες του θεάτρου συντελούν ώστε το παιδί να βιώνει τους χώρους του φανταστικού, του συμβολικού και του πραγματικού. Οι τρεις αυτοί χώροι-κύκλοι εδώ συναντώνται, αλληλοτέμνονται και αλληλοσυμπληρώνονται στο είναι του παιδιού.

Το παιδί μεταφέρεται στον φανταστικό χώρο και ζει μια νέα «πλαστή» πραγματικότητα που είναι ένθετη στην πραγματικότητα του. Εύκολα λειτουργούν αμυντικοί μηχανισμοί ταύτισης, αναπλήρωσης, μετάθεσης και μεταφοράς. Η συγκινησιακή ένταση είναι υψηλή διότι προκύπτει από τη γρήγορη εναλλαγή αντίθετων συναισθημάτων (φόβος – τόλμη, στεναχώρια – χαρά). Οι φραγμοί ανασύρωνται, τα όρια διευρύνονται, ο χωροχρόνος διαστέλλεται, ο ανιμισμός με το υπερφυσικό και το μαγικό στοιχείο εναρμονίζονται.

Εκπληρώνεται έτσι η ανάγκη του ανθρώπου, που περιγράφει ο Jalkotzy, η ανάγκη να ξεφύγει από την καθημερινή ζωή και να βρίσκεται μετέωρο σ’ έναν κόσμο μαγικό που ιδιαίτερα προσφέρουν αυτές οι μορφές θεάτρου. Η ανάγκη αυή είναι συνυφασμένη με την αναζήτηση της αλήθειας που διακατέχει τον άνθρωπο.

Το κουκλοθέατρο και το θέατρο σκιών μέσα απ’ το παραμύθι και τις κούκλες δίνει τη δυνατότητα στο παιδί να ζήσει την παιδική ηλικία της ανθρωπότητας και να εξελιχθεί μαζί της.

Το παραμύθι, και ιδιαίτερα το λαϊκό, μεταφέρει τα χαραχτηριστικά γνωρίσματα της πρωταρχικής ανθρώπινης κοσμικής εικόνας. Σύμφωνα με τον Vigo, ο άνθρωπος για να φτάσει στον ορθολογισμό δεν έχει παρά να περάσει από τον μύθο.

Η κίνηση στον συμβολικό χώρο γίνεται μέσα από το παραμύθι και τη γλώσσα.

Με το παραμύθι παρουσιάζονται οι συμβολισμοί που είναι ζωντανοί σε μια κοινωνία. Η γλώσσα είναι ζωντανή και δένεται με τις παραστάσεις. Λέξεις και φράσεις διέπονται από την αμφίσημία και πολυσημία τους. Και όλα αυτά σχηματίζονται σε σύνολα και σχήματα. Μέσα από αφαιρετικές διαδικασίες διευρύνεται ο συμβολισμός.

Το κουκλοθέατρο και το θέατρο σκιών μέσα από τα παθήματα των ηρώων δίνει τη δυνατότητα στο παιδί να αφομοιώσει τους ηθικούς νόμους, τους κανόνες, τους διάφορους κώδικες, τα ήθη, τα έθιμα, τις κρατούσες νοοτροπίες, τις τάσεις, τις αξίες, τις απαγορεύσεις και τα ιδανικά, καθώς τη δομή και τη λειτουργία τις κοινωνίας στην οποία ζει. Επείσης το παιδί μπορεί να αντλήσει πληροφορίες και γνώσεις για διάφορους χώρους του επιστητού.

Το κουκλοθέατρο και το θέατρο σκιών δίνουν τη δυνατότητα στα παιδιά να συμμετέχουν και ακόμα να καθορίζουν την εξέλιξη ενός παραμυθιού. Τους καθιστά επομένως μέτοχους και συνδημιουργούς σ’αυτή τη μορφή τέχνης. Έτσι, διαμέσου του κουκλοθέατρου τελείται μια μελέτη στην οποία μέλη-θεατές μετέχουν προσωπικά και ομαδικά. Γίνεται λοιπόν ένας χώρος κριτικής συνδιαλλαγής και επικοινωνίας

 

Άλκηστις Κοντογιάννη, «Κουκλο-Θέατρο Σκιών», εκδόσεις «Άλκηστις», Αθήνα, 1992.  Δεύτερη ενότητα από το τρίτο κεφάλαιο.

 

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΕργασία Παιδαγωγικής – word.pdf

Παρουσίαση σε power point – Το Κουκλοθεατρο και το Θεατρο Σκιών.pdf

ΤΖΟΎΛΙΟ ΚΑΪΜΗ – Ο ΚΑΡΑΓΚΙΌΖΗΣ

  Τζούλιο Καΐμης, Η Αρχαία Κωμωδία στην Ψυχή του Θεάτρου Σκιών, Γαβριηλίδης, Αθήνα 1990, σελ. 174. 

 Ο Τζούλιο Καϊμη από το Ισραήλ μεταφραστής, γλωσσομαθής και μελετητής της ανατολικής και δυτική παράδοσης παραθέτει σ’ αυτό το βιβλίο πληροφορίες για τον Καραγκιόζη μέσα από έρευνες και συνεντεύξεις, γι’ αυτό και θεωρείται δημοσιογραφικό, καθώς μοιάζει με ένα πάζλ με στοιχεία που συνθέτουν την ιστορία του θεάτρου σκιών.

     Ο Καραγκιόζης, σατιρικό θέατρο σκιών, που εισήχθη στην Ελλάδα από ρεύματα προερχόμενα από την ανατολή, είναι μία πραγματικότητα. Αυτό το βιβλίο προσπαθεί να μας αποδείξει, ότι το θέατρο σκιών του Καραγκιόζη είναι ο πρώτος μύστης, από κάθε άποψη, της νεοελληνικής κωμωδίας. Αρχικά, ο συγγραφέας του αναφέρεται στο πως «γεννήθηκε» το θέατρο σκιών στην Ελλάδα γύρω στο 1850, ξεκινώντας από τον ΜπαρμπαγιάννηΒράχαλη, με το πρώτο του θέατρο, ένα καφενείο στο Θησείο όπου έδωσε τις πρώτες του παραστάσεις σε συνεργασία με τον Κόντο. Ο τελευταίος συνεργάστηκε στην Πάτρα με τον Δημήτριο Σαρντούνη γνωστό μέχρι και σήμερα με το όνομα Μίμαρος, λόγω της εξαιρετικής μιμητικής του ικανότητας. Σε ηλικία 18 ετών βοήθησε κάποια μέρα τον Κόντο στο ανέβασμα μιας παράστασης Καραγκιόζη και γοητεύτηκε τόσο πολύ που τον παρακάλεσε να τον προσλάβει μόνιμο βοηθό στο θέατρο του. Ήταν εκείνος που έδωσε στον Καραγκιόζη την καθαρά ελληνική μορφή του. Εμφύσησε στο θέατρο του Καραγκιόζη νέα πνοή, με νέο δραματολόγιο, τροποποιώντας την τεχνική του. Από το 1910, ο Καραγκιόζης έγινε σκηνή καθαρά Αθηναϊκή.

     Όσων αφορά την σκηνοθεσία  του Καραγκιόζη αποτελούνταν από έναν ορθογώνιο πίνακα, πάνω στον οποίο ανθρώπινες μορφές διαφορετικών διαστάσεων και με χαρακτήρα διακοσμητικό, που θυμίζει κοίλα ανάγλυφα, εκτελούσαν διάφορες κινήσεις. Στην αρχή φαίνεται ότι οι μαριονέτες ήταν κατασκευασμένες από δέρμα καμήλας ειδικό γι’ αυτή την χρήση, όπως μας λέει ότι είδε στην Αλεξάνδρεια ο Μανωλόπουλος σε μια αραβική σκηνή.

     Ο Γιάννης Μώρος ένας από τους σημαντικότερους δημιουργούς του Καραγκιόζη ήταν ένας φτωχός οικογενειάρχης, ήταν περήφανος για την τέχνη του, του άρεσε να διηγείται επιτυχίες του αλλά μιλούσε υποτιμητικά για τους νεωτερισμούς που επέφεραν κάποιοι συνάδελφοί του στο θέατρο του Καραγκιόζη. Αντίθετα, ο Μόλλας δεν σύχναζε στα ταβερνεία και στα καφενεία για να παίξει, ήταν εκκλησιαστικός επίτροπος αλλά το σημαντικότερο ήταν ότι άλλαξε τον αρχικό τύπο Καραγκιόζη. Τον έκανε πονηρό και διεστραμμένο τύπο των μεγάλων πόλεων, τον έντυσε με μακριά παντελόνια και τον προίκισε με διάφορα ελαττώματα.

    Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στην Πάτρα που αποτέλεσε το λίκνο της Ελληνική λαϊκής κωμωδίας και τόπος όπου γεννήθηκε ο Μίμαρος, το θέατρο σκιών παρουσιάζεται ως φαινόμενο που εκπλήσσει τον παρατηρητή. Μεταξύ των επαγγελματιών Καραγκιοζοπαιχτών ξεχώρισαν τέσσερις διακεκριμένοι καλλιτέχνες ο Πάγκαλος, επωνομαζόμενος και «Καραγκιόζης», ο Αγαπητός γνωστός και ως «Ζεστός» λόγω του πολύ θερμού παιξίματος του, ο Σωτηρόπουλος και ο Βουτσινάς. Ο Ντίνος  Θεοδωρόπουλος  οπαδός της ακραίας σύγχρονης μεταρρύθμισης, έζησε για πολύ καιρό στην Αμερική, όπου έδινε παραστάσεις του Καραγκιόζη στα Αγγλικά, έφερε υπερπόντιες πρακτικές και ιδέες και μια πολύ μοντέρνα αντίληψη για τον Καραγκιόζη. Μία από αυτές τις ιδέες του ήταν ότι κατήργησε εντελώς τις φιγούρες από χαρτόνι και δημιούργησε καινούργια πρόσωπα για ρεαλιστικότερα γούστα.

σάρωση0008

    Στην ελληνική σκηνή, ο Καραγκιόζης ενσαρκώνει τον ελληνικό λαό. Είναι το πλαστικό σύμβολο της καθολικής αντίθεσης, και το χαρακτήρα αυτόν τον διατηρεί πάντοτε και σε ηρωικά επεισόδια και σε κωμωδίες. Ο Καραγκιόζης δεν είναι μόνο ο αντίθετος τύπος απ’ τον συμπαίκτη του, όσον αφορά τον χαρακτήρα του. Είναι ακόμα σε διαρκή αντίθεση με τον ίδιο του τον εαυτό.

     Συχνά τα έργα του Καραγκιόζη αντλούν θέματα από την ηρωική εποχή όπως από τον πόλεμο για την ελληνική ανεξαρτησία, από τον εμφύλιο με κεντρικά-μυθικά  πρόσωπα σε έργα τον Αθανάσιο Διάκο, τον Μέγα Αλέξανδρο παραδείγματος χάρη, πρόσωπα ιστορικά. Επιπλέον, έχουν παρθεί θέματα από λαϊκά έθιμα και ιστορίες ή λυρικά τραγούδια από δανεισμένα από ποιητές.

     Στα βασικά συμβατικά πρόσωπα του Καραγκιόζη συμπεριλαμβάνονται ο Σιόρ Διονύσιος (Νιόνιος) που αντιπροσωπεύει την λόγια Ελλάδα, ο Μπαρμπαγιώργος που αντιπροσωπεύει την αγροτική Ελλάδα γι’ αυτό και μιλάει ελληνο-βλαχικά ιδίωμα που χρησιμοποιείται στη Ρούμελη και είναι ντυμένος με την εθνική ενδυμασία των βουνίσιων ελλήνων. Σε αντίθεση με τον Νιόνιο είναι αμαθής και αγροίκος. Άλλα πρόσωπα που συχνά τα βλέπουμε σε παραστάσεις Καραγκιόζη είναι ο Πασάς, ο Βεζύρης, ο Βεληγκέκας, ο Θανάσης Βάγιας, ο Σολομών και ο Σελίμ. Ανάμεσα σ’ αυτά τα πρόσωπα υπήρχαν και αυτά που δημιουργήθηκαν στην Αθήνα από το 1910 και μετά, ένα από αυτά είναι και ο Μορφωνιός ένας άνοστος ωραίος, κρύος και ψευτοδιανοούμενος, ντυμένος πάντα στην μόδα. Τα άλλα πρόσωπα είναι ο Σταύρακας  η προσωποποίηση του ταβερνόβιου, ο Κρητικό Κουφομανώλης που ομιλεί την διάλεκτο του νησιού του, ο Χαράλαμπος τύπος πρόσφυγα, γεννημένος στην επαρχία του Πόντου, στη Μαύρη θάλασσα, ο Σεραφείμ, πρόσφυγας από την Κιλικία, και η οικογένεια του Καραγκιόζη η γυναίκα του οι Αγλαϊα και οι τρεις γιοι με την ονομασία «Κολλητήρια»: το καθαυτό Κολλητήρι, ο Κοπρίτης και ο Σκορπιός.

     Το στυλ των φιγούρων εξελίσσεται με την πάροδο των χρόνων. Αρχικά, γνωρίζουμε αυτές με τον Τούρκικο χαρακτήρα που εισήγαγε ο Βραχάλης και στην συνέχεια αυτές από χαρτόνι που χρησιμοποιούνται από τον Μίμαρο. Ακόμη, υπάρχουν οι φιγούρες που ανήκουν στον νέο Αθηναϊκό τύπο, μεταβαλλόμενες μ’ ένα τέχνασμα, που τους επέτρεπε να γυρίσουν απ’ τα πλάγια. Αντίστοιχα, τα κουστούμια της πρώτης κατηγορίας είναι Τουρκικά, της δεύτερης έχουν ένα στυλ Ελληνοτουρκικό και της τρίτης έχουν έναν βαλκανικό χαρακτήρα.

      Σχετικά με την μουσική, η ορχήστρα παίζει κατά την διάρκεια της εισαγωγής και των διαλειμμάτων.Συνοδεύει τους χορούς και καμιά φορά το τραγούδι. Αυτή η μουσική έχει την καταγωγή της στις ελληνικές βουκολικές μελωδίες και διατήρησε την ζωντάνια των αγροτικών χορών. Τα τραγούδια του Καραγκιόζη μαρτυρούν αντίθετα απ’ την μουσική την ανατολική τους καταγωγή. Κάποιες φορές δεν υπήρχαν μουσικοί μισθωμένοι για τις παραστάσεις και ο Καραγκιοζοπαίκτης συνόδευε μόνος του τα τραγούδια με ένα μπουζούκι.  Σε ό,τι έχει να κάνει με τον φωτισμό, το πρωτόγονο σύστημα με το λάδι είχε καταργηθεί και είχε αντικατασταθεί από τον ηλεκτρικό φωτισμό που παρουσίαζε πάντως σοβαρά μειονεκτήματα στην σκηνή.

      Σε συνέντευξή του ο Καραγκιοζοπαίκτης Παντελής Μελίδης αναφέρθηκε στις τρεις σχετικά με την καταγωγή του Καραγκιόζη. Η πρώτη μιλάει για μια ιστορία στην Μικρά Ασία που ήταν χωρισμένη σε δουκάτα τότε, και την εμφάνιση ενός προσώπου πολύ έξυπνου με πηγαία έμπνευση και ευθυμία του Καρά-γκεζ που είχε προσληφθεί από τον αρχιτέκτονα του Δούκα τον Χατζη-Αβάτ, για δουλειά. Σύμφωνα με την δεύτερη παράδοση κατά τον Μελίδη, στα μέσα του 19ου αιώνα ζούσε στην Κίνα ένας Έλληνας από την Ύδρα ο Μαυρομάτης. Είχε βρεθεί χωρίς δουλεία μέχρι που έκοψε από χαρτόνι την φιγούρα του Μπερτόλδου, του οποίου η Κωμωδία έπεσε στα χέρια του, και μερικές τερατώδεις ανθρώπινες εικόνες έδωσε το όνομά του στο κύριο πρόσωπο, δηλαδή τον Κάρα-Γκεζ (μαύρο-μάτι). Η τρίτη παράδοση αναφέρεται στην ιστορία του Ζακόμπ που για να ζήσει και να εκδικηθεί κυρίως τον Αλή Πασά δημιουργεί ένα θέατρο με φιγούρες από χαρτόνι που πηγαινοέρχονται πίσω από ένα άσπρο πανί που φωτίζεται εσωτερικά, με θέμα τα σκάνδαλα της αυλής του Αλή Πασά.

     Τέλος, γίνεται λόγος στο βιβλίο για την εξέλιξη του ρεπερτορίου, καθώς μαθαίνουμε ότι ο Μίμαρος προσάρμοσε στην σκηνή του Καραγκιόζη 30 έως 40 λαϊκούς θρύλους, ενώ πάνω στο πρωτότυπο που άφησε αναπτύχθηκε η φαντασία των διαδόχων. Επιπλέον, ανήγγειλε τις παραστάσεις του προφορικά και όχι με αφίσες. Κάτι πάντως που συνέβαινε συχνά ήταν το γεγονός πως το ίδιο έργο θα μπορούσε να έχει άλλο όνομα αν το έπαιζε άλλος Καραγκιοζοπαίκτης πράγμα που μπέρδευε και το κοινό πολλές φορές.

σάρωση0009

 

Νάσος Γεωργούλιας

ΜΑΘΗΜΑ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΜΟΝΟ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ

Ο Ευγένιος Σπαθάρης ως άγγελος στην αποθέωση του Αθανασίου Διάκου, 1948. Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη.
Ο Ευγένιος Σπαθάρης ως άγγελος στην αποθέωση του Αθανασίου Διάκου, 1948. Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη.

Καλοκαίρι στον Πειραιά. Τα παιδάκια ντυμένα με ναυτικά από ψιλόριγο μπλε κι άσπρο για τις καθημερινές, από κάτασπρο λινό για τις Κυριακές και εορτές. Τα κορίτσια με μακριά μαλλιά και φιόγκους και σαρλότες. Τ᾽ αγοράκια με καπέλα ψάθινα, μ᾽ ένα όνομα ενδόξου πολεμικού πλοίου πάνω στην κορδέλα.

Οι καλές οικογένειες κάθονταν στα νεοκλασικά σπίτια, ψηλοτάβανα και δροσερά, κατασκότεινα, όπως τό ᾽θελε ο συρμός και η μέχρι τρέλλας φροντίδα για την πάστρα.

Άσπρα κεντητά στόρια, από βαρύ λινό κρεμ, άσπρα ντύματα στα έπιπλα των πεντακάθαρων σαλονιών. Σπίτια δίπλα στη θάλασσα, με καρυάτιδες και μπαλαούστρες εξ οπτής γης. Διάφορα αγάλματα, επίσης πήλινα, φερμένα μάλλον απ᾽ την Ιταλία. Ο Ερμής, ο Ποσειδών, η Αθηνά, όλος ο κόσμος μιας Αρχαιότητος της σκηνογραφικής σκιαγραφίας, που ερχόταν ξανά ύστερ᾽ από αιώνες στη χώρα με το χρυσό κι ασημένιο φως, απ᾽ όπου ξεκίνησε. Μέσα σ᾽ αυτή την κοινωνία, την ξετρελλαμένη για Ευρωπαϊκά και Βόρεια σχέδια και ιδέες, όπου οι θρήσκες μικροαστές ντύνονταν σαν τις Ρωσίδες πριγκίπισσες και τα καταμελάχροινα παιδάκια των βιοπαλαιστών σαν τα πριγκιπόπουλα του Βορρά.

Σ᾽ αυτόν τον κόσμο που ανάσαινε τον γλυκόν θαλάσσιο αέρα της Αττικής, στα καφενεία με τις γκαζόζες, δίπλα στην αντανάκλαση των σπιτιών μέσα στο νερό, όπως στα έργα του Κλωντ Λωρέν σχεδόν, μετά την δύση του ηλίου μόλις νύχτωνε, ακουγόταν μια φωνή αντρική, μαγευτική, υποβλητική, λες η φωνή του μεγάλου Πανός γεμάτη ανηλεή ειρωνία.

Ήταν η φωνή του καραγκιοζοπαίχτη, μέσα στη νύχτα που αμυδρά φώτιζε η ασετυλίνη του μπερντέ. Παγίδα αναπόφευκτη για τις αγνές παιδικές φαντασίες. Μέσα σ᾽ αυτήν την δυνατή φωνή, όλο το μέλλον του οργανισμού τους.

Ο Χαρίδημος εκεί κάπου στη Φρεαττύδα κι ο μεγαλοπρεπής Δεδούσαρος απέναντι στον Όμιλο των Ερετών, κοντά στο αξιοθαύμαστο σπίτι του Στρίγκου.

Οι ρεκλάμες του Δεδούσαρου πάνω στο φτηνό χαρτί του μέτρου, υπόλευκο σαν τον κάμπο των λευκών ληκύθων, ζωγραφισμένες με ώχρα, φούμο, χοντροκόκκινο κι άσπρο (με τα χρώματα που αργότερα θα μάθαινα στα αρχαιολογικά βιβλία πως τα λένει Πολυγνώτια), εκφράζανε με σχήματα και συνδυασμούς χρωμάτων το μεγαλείο της φωνής, που κάνει αισθητή τη βροντή της αυτοσυγκέντρωσης. Ελληνικά πράγματα, ρωμαίϊκα, αναγγέλανε κάθε μέρα, νυχτερινές τελετές του λόγου και της φωνής.

Αγνές φωνές, ρωμαίϊκες, αποκαλυπτικές μέσα στο μυστήριο της νύχτας. Τί χαρά για τα παιδιά και τους μεγάλους! Αφού τέλειωσαν το δείπνο τους με γλυκύτατα βερύκοκκα ή μυρωδάτο πεπόνι, να εγκαταλείψουν τα ψευτομεγαλοπρεπή μέγαρά τους με τα ζωγραφιστά ταβάνια, για να πάνε στον Καραγκιόζη! Τί μαγεία οι γλυκές φωνές των ηρώων του ᾽21, σαν τις φωνές των καλών διάκων της εκκλησίας. Οι καρπαζιές κ᾽ οι κεφαλιές, όλος αυτός ο δυνατός και οργιώδης κόσμος, αναζωογονούσε τις ψυχές ύστερα από μια σαχλή μέρα, κατά την οποία οι γονείς, με μιαν άτυχη Λεβαντίνα, βασανίζανε τα παιδιά τους να μάθουν γαλλικά, ενώ οι κόρες κάποιας ηλικίας εβόμβιζαν στο κλειδοκύμβαλο το Chagrin d’amour, το Prière d’ une Vierge, τον Χορχόρ Αγά ή την Βαρκαρόλα του Όφφενμπαχ.

Η πρώτη εντύπωση που είχα απ᾽ τον Καραγκιόζη, όταν ήμουν ένα μικρό παιδάκι δειλό, υποχρεωτικά ντυμένο με τις κολαρίνες, τα πανταλόνια ώς τα γόνατα, και τα μποττάκια με τα κουμπιά, ήταν μια εντύπωση ενός φυσικού μεγαλείου, ενός μεγαλείου γεμάτου μυστήριο, όπως είναι ο λόγος ο ανθρώπινος. Μοιραία λέξη, που μ᾽ αυτήν τόσοι ματαιόσπουδοι Έλληνες εννοούν τις αφόρητες σάχλες της «Λογοτεχνίας».

Ο Καραγκιόζης, ήδη, από κείνη την εποχή που δεν ήξερα τίποτα, με γέμιζε με κείνο το αίσθημα της πληρότητας στην περιοχή της ανθρώπινης φωνής, που αργότερα θα μού ᾽δινε η ανατολίτικη ζωγραφική με τα καθαρά χρώματά της, όπως κάθε μεγάλη τέχνη, με βαθειά πίστη και γι᾽ αυτό μ᾽ ασήμαντα μέσα. Από κείνη την ηλικία διαισθανόμουνα πως η λεπτότητα πρέπει να συνυπάρχει με κάτι πολύ πρωτόγονο κι απλό για νά ᾽ναι αληθινή λεπτότητα, δηλαδή οξύτητα κι όχι αδυναμία. Αργότερα, έμπλεξα, μοιραία, με τους κύκλους των διανοουμένων, σωστή όαση για ένα νέο της αστικής τάξης που τον είχαν ζαλίσει οι σοφές συμβουλές των γονέων, θείων και φίλων της οικογενείας. Συμβουλές για μια μόνιμη θέση, ή δίπλωμα, ή μέλλον, για το «μήνας μπαίνει – μήνας βγαίνει». Συμβουλές ανθρώπων ευϋπόληπτων, που, κατά σύμπτωση, πεθάναν όλοι φτωχεμένοι, εγκαταλειμένοι σε άθλια νοσοκομεία.

Όλοι αυτοί οι διανοούμενοι με τις ρηξικέλευθες επαναστάσεις τους, ουσιαστικά ήθελαν ν᾽ αντικαταστήσουν το βαρύ ζυγό της ζωής μ᾽ έναν ελαφρύ. Μέχρι σήμερα τους υποψιάζομαι. Οι επαναστάσεις που δίδασκαν ήταν διευκολύνσεις. Η φωνή του μεγαλοπρεπούς Δεδούσαρου μέσα στη νύχτα, φωνή του Πανός και των Σατύρων, του Διός και του Αριστοφάνη, ερχότανε σ᾽ όλη μου τη ζωή, σαν ένας έλεγχος θείου δαιμονίου, που με υποχρέωνε να περιφρονώ με νεανική σκληρότητα κάθε τι το «φιλολογικό», το «πολιτισμένο», το «καλλιτεχνικό». Στον Καραγκιόζη οφείλω, όσο και σε μερικά άλλα πράγματα, Ελληνικά, αυτή την κυνική σκληρότητα, το οργιώδες πάθος για την απόλυτη ηθική, όπως την εννοούσαν οι Αρχαίοι. Ο αξέχαστός μου φίλος Δημήτρης Καπετανάκη, όταν μιλούσα με ασέβεια για τη Χαϊλδεβέργη, έλεγε μισοπροσβεβλημένος, μισοενθουσιασμένος: «Είμαι ένας τερατώδης έφηβος». Τί θά ᾽ταν αλήθεια το πάθος μου για τα γερμανικά νεοκλασσικά σεράγια του Πειραιώς, κατοικίες ματαιοδοξίας αστών Μέσης Ανατολής, αν δεν είχα ακούσει στην τρυφερή μου εκείνη ηλικία, τον ασήμαντο και τιποτένιο Καραγκιόζη, που μέσα από την άκρα του φτώχεια γκρέμιζε το κάθε τι, για να δικαιώσει τον ανθρωπισμό τους. Μέσ᾽ στον τιποτένιο Καραγκιόζη αντίκρυσα σαν πραγματικότητα, κι όχι σαν αντικείμενο μουσείου, όλη τη γλύκα του Ανατολίτικου ρεαλισμού. Το γλυκό κουκούτσι ενός καρπού που έλειψε στις μέρες μας. Το Our, οι Ασσύριοι, ο πλούτος με το τίποτα των Αρχαϊκών, όλ᾽ αυτἀ ζωντανά σύμβολα ουσίας, μέσα στον τιποτένιο Καραγκιόζη, που τον περιφρονούσαν οι κυρίες με τα καπέλα, με τα φρούτα και τα λουλούδια. Οι βαθείς αμανέδες και τα κλέφτικα, μια μουσική όμορφη σαν την γλυπτική των Κοὐρων, ένα χονδροειδές θέατρο ίσαμ᾽ εκεί που δεν παίρνει, κι όμως το μόνο Νεοελληνικό Θέατρο που εξέφραζε με ακρίβεια ό,τι στο βάθος σκεφτόμαστε όλοι εμείς οι Έλληνες.

Στα 17 μου χρόνια, ξαναγύρισα στον Καραγκιόζη, που για μένα δεν ήταν μόνο μια παιδική διασκέδαση, αλλά ένα πράγμα σεβάσμιο σαν την εκκλησία. Πήγα ξανά στον Καραγκιόζη, όπως πάνε στο Μαντείον. Τότε γνώρισα τον σπουδαίο καλλιτέχνη Σωτήρη Σπαθάρη. Φτωχό, πάντα πεινασμένο και καταδιωκώμενο. Πότε γιατί έπιασε ωδικά πτηνά για να τα πουλήσει, πότε γιατί προσέβαλε τη δημόσια και τουριστική αισθητική με τον τίμιο μπερντέ του, σε τουριστικές περιοχές. Ο μπερντές του Σπαθάρη με τον όρκο του Κατσαντώνη πάνω στην «ποδιά» του, εμένα μου δίδαξε πώς ήταν αυτά τα «οθόνια», τα «κατάγραφα γραφαίς» που σκεπάζαν τη σκηνή.

Invitation3 15
Σωτήρη Σπαθάρη, Τοπίο με κουρτίνα, 1936. Παραγγελία του Τσαρούχη για να χρησιμοποιεί την κουρτίνα ως φόντο στα έργα του. Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη.

Ω, κακό χρόνο νά ᾽χουνε, ποτέ δεν πολεμήθηκε ένα τόσο ντελικάτο λαϊκό γούστο κ᾽ αἴσθημα με τόση βαρβαρότητα και βλακεία από αποτυχημένα, τελικά, ομοιώματα γερμανιζόντων νεοτούρκων. Τέλος πάντων!…

Με δειλία μπήκα στη σκηνή του Σπαθάρη για να τον ρωτήσω πώς ετοίμαζε την ψαρόκολλα για να φτιάξει τα χρώματα στις ρεκλάμες του. Συγχρόνως, ήταν μια αφορμή για να γνωρίσω τόσα άλλα πράγματα. Δε θα ξεχάσω ποτέ μιαν αποκριά στο σπίτι του στην Κηφισιά, με μια μικρή παρέα, από κορίτσια κι αγόρια, ένα κοτόπουλο με ντομάτα, λίγο κρασί˙ η ανείπωτη σεμνότητα και καλωσύνη της γυναίκας του Τριανταφυλλιάς κι όλα τ᾽ άλλα γέμισαν με τα τραγούδια και τον καλαματιανό και τον τσάμικο πού ᾽σερνε ο Γερο-Σπαθάρης. Μια απ᾽ τις λίγες αριστοκρατικές συγκεντρώσεις πού ᾽χω δει στη ζωή μου. Όλα έλαμπαν από ποίηση κ᾽ αίσθημα και σεβασμό του ανθρώπου. Κι αυτό που ήταν πιο αξιοθαύμαστο: αυτά τα άνθη ξεπρόβαλλαν μέσα από απίστευτη φτώχεια και σπαραχτικά ερείπια. Αθάνατη, ηρωική, ρωμαίϊκη ράτσα! Ποιός κατάλαβε το δίκιο σου και τη γλύκα σου;

Γιάννη Τσαρούχη, Ποδηλάτης μπροστά στο φόντο του Σωτήρη Σπαθάρη, 1939. Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη.
Γιάννη Τσαρούχη, Ποδηλάτης μπροστά στο φόντο του Σωτήρη Σπαθάρη, 1939. Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη.

Με δειλία μπήκα στη σκηνή του Σπαθάρη για να τον ρωτήσω πώς ετοίμαζε την ψαρόκολλα για να φτιάξει τα χρώματα στις ρεκλάμες του. Συγχρόνως, ήταν μια αφορμή για να γνωρίσω τόσα άλλα πράγματα. Δε θα ξεχάσω ποτέ μιαν αποκριά στο σπίτι του στην Κηφισιά, με μια μικρή παρέα, από κορίτσια κι αγόρια, ένα κοτόπουλο με ντομάτα, λίγο κρασί˙ η ανείπωτη σεμνότητα και καλωσύνη της γυναίκας του Τριανταφυλλιάς κι όλα τ᾽ άλλα γέμισαν με τα τραγούδια και τον καλαματιανό και τον τσάμικο πού ᾽σερνε ο Γερο-Σπαθάρης. Μια απ᾽ τις λίγες αριστοκρατικές συγκεντρώσεις πού ᾽χω δει στη ζωή μου. Όλα έλαμπαν από ποίηση κ᾽ αίσθημα και σεβασμό του ανθρώπου. Κι αυτό που ήταν πιο αξιοθαύμαστο: αυτά τα άνθη ξεπρόβαλλαν μέσα από απίστευτη φτώχεια και σπαραχτικά ερείπια. Αθάνατη, ηρωική, ρωμαίϊκη ράτσα! Ποιός κατάλαβε το δίκιο σου και τη γλύκα σου;

Πολλοί σκέφτηκαν ν᾽ αξιοποιήσουν τον Καραγκιόζη, να τον πάρουν σα μοτίβο, και να τον κάνουν «Τέχνη». Αηδίες! Άσε που ούτε αυτό δε θέλουν ακριβώς, αλλά μάλλον να τον μετατρέψουν σε Τυρολέζικες μαριονέττες. Ο Καραγκιόζης είναι ένα μάθημα αλήθειας, όση ρουτίνα κι αν έχει. Και στην αλήθεια πρέπει ν᾽ απαντάμε όχι μ᾽ απομιμήσεις. Πολύ λιγότερο, με χυδαίες κι ακατανόητες ξιππασιές και πονηρίες.

Χρόνια προσπάθησα να συλλάβω το μυστικό πού ᾽χαν οι ρεκλάμες του Δεδούσαρου και του Σπαθάρη. Ζωγράφιζα με τα ίδια χρώματα, στο ίδιο χαρτί, μα δεν ήθελα να συνεχίσω μια παράδοση που, άλλωστε, ίσως δεν υπήρχε. Είχαν τόσο πολύ συνδεθεί οι νεανικές μορφές των θεατών του με τις ηρωικές γραφικές και τις αγνές νερομπογιές πού ᾽χαν αυτές οι τόσο απλές και τόσο συναρπαστικές ρεκλάμες, ώστε νόμιζα πως αν τις αποδώσω αυτές τις νεανικές μορφές θά ᾽χω συνεχίσει ό,τι αξίζει στις ρεκλάμες αυτές.

Κάθε τόσο, ο φόβος της «φιλολογίας» και της εξελιγμένης λαϊκής τέχνης, μ᾽ έκανε να στρέφομαι αλλού. Σκεφτόμουν τον Κορό και τον Κουρμπέ. Δε μιλώ για τον Ματίς, γιατί ήδη η θαυμαστή ζωγραφική του, με είχε βοηθήσει να διαβάζω τη ζωγραφική πού ᾽χαν οι ρεκλάμες του Καραγκιόζη και του Θεόφιλου. Ο σκοπός μου δεν ήταν να κάνω γαλλική ζωγραφική μ᾽ ελληνικά μοτίβα. Ήθελα να εκφράσω προσωπικά μου αισθήματα, που δεν τά ᾽χαν οι Γάλλοι ζωγράφοι, όσο μέγιστοι κι αν ήταν. Ο Καραγκιόζης, μαζί με τη μουσική της Εκκλησίας και των τραγουδιών και των χορών, οι ίδιοι οι ελληνικοί χοροί, ο τσάμικος κι ο χορός των χορών, ο ζεϊμπέκικος, περισσότερο κι απ᾽ τη βυζαντινή ζωγραφική που μου δίδασκε ο Κόντογλου, με στήριζαν στην προσπάθειά μου εκείνης της εποχής, 1928-1936. Μερικοί νόμιζαν πως ήθελα να κάνω ελληνική ζωγραφική. Ποτέ μου δεν το σκέφτηκα, ούτε το θέλησα αυτό. Ήθελα, όπως κάθε καλλιτέχνης, μικρός ή μεγάλος, να εκφράσω τα πιο βαθιά μου αισθήματα και τα πιο προσωπικά μου, στηριζόμενος, όπως αυτό είναι φυσικό, σ᾽ ό,τι ήταν πιο προσιτό σ᾽ εμένα και σ᾽ ό,τι η διαίσθησή μου μού ´δειχνε κατάλληλο και σχετικό. Δεν ήθελα να μοιάσω μ᾽ αυτούς που εμιμούνταν τα Ευρωπαϊκά για ν᾽ αποφύγουν τον εαυτό τους, αλλ᾽ ούτε κι αυτούς που απομιμούνταν τα Ελληνικά για ν᾽ αποφύγουν πάλι τον εαυτό τους. Με λίγα λόγια, με κανένα τρόπο δεν ήθελα ν᾽ αποφύγω τον εαυτό μου.

Ωραία, ηρωικά, και δύσκολα χρόνια. Πουλούσα τον «πολιτισμό» μου στα θέατρα που πίστευα πως πιθηκίζουν, για νά ᾽χω τα μέσα να πολιτίζομαι όπως νόμιζα πως έπρεπε. Ένιωθα πως όλοι αυτοί οι ασήμαντοι για τον καλό κόσμο άνθρωποι, είχαν γνώσεις και πολιτισμό και τρόπους, που ούτε οι σχολές μπορούσανε να διδάξουν, ούτε η λεγόμενη «καλή κοινωνία». Ένιωθα πως δεν υπήρχε ένα θεμέλιο για να προσθέσουν σ᾽αυτό ό,τι θα κουβαλούσαν απ᾽ το εξωτερικό. Δεν ήταν η έλλειψη παραδόσεως μόνο, ήταν κ᾽ η έλλειψη του θάρρους να παραδεχτούμε τη γνώμη μας, του θάρρους να παραδεχτούμε τις αληθινές μας επιθυμίες.

Γύρευα ποιότητα και πραγματικότητα, σ᾽ έναν κόσμο που προσπαθούσε να σκεπαστεί με κακοαντιγραμμένα μοτίβα, ελληνικά ή ξένα.

……………………………………………………………………………………………………..

Τα ηρωικά έργα του Καραγκιόζη όλα εμπνευσμένα από το 21 ή από άλλα ληστρικά ανδραγαθήματα, ήταν ο ρομαντισμός, ήταν ο φόρος τιμής που απένεμε το ζωντανό και πρωτόγονο αυτό θέατρο στη μόδα της εποχής. Ήταν όμως ἐνας νεοκλασικός ρομαντισμός. Στο κέντρο του ήταν οι αθάνατες μορφές των ηρώων ή απλών ληστών, η λατρεία του γενναίου ανδρός, του λεβέντη κι όμορφου που με τον άκρο εγωκεντρισμό του ωφελεί τελικά όπως κι όταν θέλει αυτός, το σύνολο. Ο υπέρ πίστεως και πατρίδος αγών των ωχρών ιδεολόγων, ανακατεύεται με το αιώνιο ιδανικό του Έλληνα, για τον γενναίο και ωραίο, που ανάμεσα στα καθήκοντα του χρήσιμου ηρωισμού του είναι κ᾽ η ομορφιά του.

Ο Καραγκιόζης είναι ο σίφουνας των αρνήσεων όλων αυτών, η άρνηση των πάντων που έχουν οι φτωχοί και αποτυχημένοι, αλλά και απελευθερωμένοι, από κάθε δεσμό επιτυχίας. Μια άρνηση θερμή, ενθουσιώδης, τραγική (με τη δύναμη του τραγικού), μια άρνηση μέσα στην οποία να κρύβεται η πιο λυρική και η πιο αγνή ουσία της ζωής. Σ᾽ ὀλα αυτά τα δράματα κατοχής, όπως είναι όλες οι κωμωδίες του Καραγκιόζη, μιας Κατοχής που δεν αρχίζει με την Τούρκικη κατοχή, ούτε τελειώνει μ᾽ αυτήν˙ σ᾽ όλα τα προβλήματα των κατεχομένων ανθρώπων η λύσις έρχεται με την ηρωική έξοδο του κατεχομένου δια της διαλύσεως των πάντων από τη ζωική δύναμη. Ο Καραγκιόζης, λοιπόν, είναι ηρωικός, όσο και οι ήρωες και οι ληστές, αλλά ο ηρωισμός του είναι πιο πνευματικός, όσο κι αν αυτό φανεί περίεργο ή αστείο.

Αν το δράμα του τύπου που δημιούργησε ο Σαρλώ, είναι το αιώνιο δράμα του δειλού, που θέλει να ξεπεράσει τη δειλία του, δεν είναι άσχετο με το δράμα του Καραγκιόζη, με το δράμα του εβραίου κατεχόμενου ή καταδιωκόμενου, με το πνεύμα του αιωνίως ανυπότακτου Έλληνα, που τον τύλιγαν και που συνεχώς εξανίστατο. Αν η Τραγωδία λυτρώνει δια του ελέου, η κωμωδία λυτρώνει με το γκρέμισμα που φέρνει το γέλιο της τελικής διάλυσης. Ο κάθε ρόλος του Καραγκιόζη είναι η γελοιγραφία, ή μάλλον η καταστροφή ενός ηρωικού προσώπου. Η καχυποψία, η οκνηρία του καταπιεζόμενου ήρωα γίνονται αρετές του κωμικού ήρωα που διαλύει για νια νιώσει ελεύθερος. Όποιος δεν υποτάσσεται στο διαλυτικό του μένος, όποιος ελπίζει, όποιος υπολογίζει, όποιος συνδυάζει, περιφρονείται και ρεζιλεύεται.

Ο Χατζηαβάτης είναι ο αιώνιος δοσίλογος, αυτός που συμπράττει με τον κατακτητή, που ελπίζει μαζί του. Το σφάλμα του είναι ότι πιστεύει κ᾽ ελπίζει στο συμφέρον του, στη ζωή. Ο Καραγκιόζης τού φέρεται όπως η Αντιγόνη στην Ισμήνη, η Ηλέκτρα στη Χρυσόθεμι, ο Φιλοκτήτης στον Οδυσσέα, ο Οιδίποδας στον γαλήνιο Κρέοντα, στον Πολυνείκη και τον Ετεοκλή.

Κάτω από τις καρπαζιές, που ξυπνούν και ενθουσιάζουν τους μικρούς θεατές, κάτω από τ᾽ αστεία, υπάρχει μια ηρωική μεγαλοπρέπεια ενός ασκητή ­-που όσο κι αν φαίνεται παράδοδο- θεωρεί ντροπή του νά ᾽χει σχέδια, μα που κρατά, εν τούτοις, ένα μέτρο στη βαθύτητά του. Κι ακριβώς, αυτή η βαθύτης του τίθεται στην εξυπηρέτηση μιας εύθυμης ειρωνείας και μιας διαλύσεως χωρίς κακία.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ

«Μάθημα αλήθειας από το μόνο νεοελληνικό θέατρο», Θέατρο (Κ. Νίτσου), 10 (1963), σ. 7-8. (Στο κείμενο διατηρήθηκε η ορθογραφία και η στίξη της αρχικής δημοσίευσης, αλλά όχι το πολυτονικό σύστημα).

 

 

 

 

Ή