Όλες οι δημοσιεύσεις από georgiavenus

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ, ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΙ ΜΟΥΣΙΚΗ, ΜΙΑ ΓΙΟΡΤΙΝΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

random_title_01

«Ήρθαν! Ήρθαν!» φωνούλες ενθουσιασμού και γέλια ήταν η πρώτη εικόνα από την επίσκεψή μας στο 15ο Δημοτικό Αθηνών. Μέχρι να χτυπήσει το κουδούνι επικρατούσε ένα ήπιο συναίσθημα αγωνίας. Το κουδούνι χτύπησε και τα γέλια πλέον και οι φωνές δημιουργούσαν ένα συναίσθημα τρόμου, όλα αυτά όμως άρχισαν να μειώνονται όταν «κρυφτήκαμε» πίσω από το πανί! Ύστερα και από το τραγούδι του Καραγκιόζη, η θετική ενέργεια των παιδιών δεν μπορούσε παρά να υπερισχύει. Εγώ προσωπικά ήμουν όλη την ώρα περίεργη να κοιτάξω πίσω από το πανί και να δω τις φατσούλες των παιδιών, μέχρι που ήρθε η στιγμή και στα κλεφτά έριξα μια ματιά. Το βλέμμα τους και τα μπιρμπιλωτά ματάκια τους σαν πολλά αστέρια που φωτίζονταν από το φως του μπερέ μου έμεινα αξέχαστα. Αυτή η παιδικότητα που φάνηκε να περνάει και στους δασκάλους τους καθώς δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις αν αυτό το βλέμμα ήταν μεγάλου ή μικρού. Έτσι όπως τους φώτιζε όλους το φως ήταν σαν να μπορούσες να πας το χρόνο τόσο πίσω μέχρι τις πρώτες παραστάσεις του Καραγκιόζη και να μην είχε αλλάξει τίποτα σε αυτό το βλέμμα.

Εντυπωσιακό ήταν που για πρώτη φορά μετά από πρόβες ήμασταν αντιμέτωποι με ένα πολύ απαιτητικό κοινό και ενώ δεν βλέπαμε αντιδράσεις τα αυτιά μας είχαν πάρει πλέον το ρόλο του θεατή, κι έτσι μόνο με το άκουσμα ενός γέλιου ή ενός σχολίου παίρναμε  δύναμη. Ήταν δύσκολο καθώς όλοι έχουμε μάθει να βλέπουμε και να μιλάμε αλλά όχι να ακούμε, κάτι που στο θέατρο Σκιών είναι ένας άτυπος κανόνας. Ο Καραγκιοζοπαίχτης όσο καλά να ξέρει τους χαρακτήρες του, τα λόγια του αν δεν ακούσει το κοινό δύσκολα θα αρέσει, διότι ο Καραγκιόζης είναι κάτι ζωντανό και πρέπει να δημιουργεί την αίσθηση ότι όσο εσύ τον παρακολουθείς τόσο κι αυτός εσένα. Καθ’ όλη την διάρκεια της παράστασης άλλοτε επικρατούσαν γέλια, άλλοτε σιωπή (καθώς πολλά αστεία ανταποκρίνονταν και σε μεγαλύτερη ηλικία) και άλλοτε κάποια πολύ εύστοχα σχόλια πάντα από τα παιδιά. Πολύ ευχάριστο ήταν και το γεγονός πως τα παιδιά ξέρανε τις φιγούρες και όποτε έβγαιναν φώναζαν τα ονόματά τους όπως στον Μπάρμπα-Γιώργο.

Αφού τελείωσε η παράσταση και βγήκαν ντυμένοι και πλέον τρισδιάστατοι ο Καραγκιόζης, η «Νύφη» και η Γριά επικρατούσε ένας πολύχρωμος και μουσικός χαμός, ακόμα κι εγώ που καθόμουν πάνω στην σκηνή ήθελα να κατεβώ να χορέψω μαζί τους. Όταν πάλι βγήκαμε με τις φιγούρες μας όλοι πλέον ορατοί στο μικρό μας κοινό ήταν εκπληκτικό πως αντί να απογοητευτούν, όπως πίστευα εγώ γιατί όλη η μαγεία του κρυφτού θα χανόταν, εκείνα ενθουσιάστηκαν ακόμη περισσότερο και έτρεξαν αμέσως να μας γνωρίσουν. Αυτό παρατήρησα σε όλους ήταν αυτό που έκαναν ήταν κατευθείαν να πιάσουν τους αγαπημένους τους χαρακτήρες και έπειτα και τους άλλους. Πολλά έπιαναν τα χέρια της φιγούρας σαν να την χαιρετάνε δίνοντάς της μία άλλη διάσταση από αυτή που είχα εγώ στο μυαλό μου, ότι δηλαδή έπαιρνε ζωή μόνο πίσω από τον μπερντέ. Με αυτόν τον τρόπο οι φιγούρες μας παρέμειναν ζωντανές όχι μόνο μετά το τέλος της παράστασης αλλά πιθανόν και μέχρι οι μικροί μας θεατές να γυρίσουν σπίτια τους.

Κλείνοντας, μετά την παράσταση δεν μπορούσα ακόμη να προσανατολίσω τα συναισθήματά μου ύστερα και από τα χειροκροτήματα αλλά και τις επιβραβεύσεις των μεγάλων και παρά την κούραση και την ζέστη του κέντρου, στην έξοδό μας από το σχολείο όταν κάποια κοριτσάκια ήρθαν να με αγκαλιάσουν θεωρώ πως τότε κατάλαβα. Ήταν αυτό το συναίσθημα εκείνη την στιγμή που μου έδωσε το  κουράγιο να μπορέσω να παίξω την παράσταση από την αρχή. Ήταν αυτό το συναίσθημα που όταν γύρισα σπίτι συνέχιζα να έχω ένα χαμόγελο στο πρόσωπό μου αλλά και ακόμα σήμερα όποτε το σκέφτομαι συνεχίζω να το έχω. Αυτό  που τελικά με έκανε και κατάλαβα τι είναι ο Καραγκιόζης και πως δεν πρόκειται να πεθάνει ποτέ! Το συναίσθημα πως πίσω από ένα λευκό πανί με λίγη μουσική και καλή διάθεση μπορείς να δώσεις στον κόσμο τόσα πολλά όσα εσύ ο ίδιος δεν έχεις φανταστεί ή πίστευες πως δεν τα έχεις.

Γεωργία Βαρβέρη

Τι «Μαγειρεύει» ο Καραγκιόζης;

Είναι πολλοί οι λόγοι που επέλεξα να προσδιορίσω την τέχνη του Καραγκιόζη μέσα από τη μαγειρική. Αρχικά είναι η έννοια του μάγειρα-Καραγκιοζοπαίχτη, ύστερα τα υλικά-φιγούρες και τέλος το αλάτι ως η ουσία κάθε γεύματος-παράστασης.

Ξεκινώντας από τον μάγειρα η ιδέα για αυτή την σύγκριση μου ήρθε όταν παρατήρησα τον Άθω Δανέλη να φτιάχνει την σκηνή φορώντας μία ποδιά σαν αυτές του μαγειρέματος και έβγαζε από μέσα καρφίτσες. Ήταν σαν ένα ένα τα υλικά να εμφανίζονταν μπροστά μου όπως όταν διαβάζεις μια συνταγή και βγάζεις τα υλικά στο τραπέζι και τα τοποθετείς χωρίς ακόμα να ξέρεις τι θα προκύψει. Στην περίπτωση του Καραγκιόζη θα προκύψει μία μαγευτική σκηνή που είτε έχεις δει μπροστά σου να παίρνει ζωή καθώς συναρμολογείται είτε όχι το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Ίσως στην δεύτερη περίπτωση να σε τρώει η περιέργεια στο πως φτιάχτηκε όπως και στο φαγητό. «Μάγειρας» όμως είναι και ο ίδιος ο Καραγκιόζης. Ο αγαπημένος μας ήρωας λατρεύει να σκαρφίζεται καταστάσεις και να ανακατεύει τους χαρακτήρες στην σκηνή. Πιο συγκεκριμένα είναι ένας νηστικός μάγειρας. Η ουσία είναι να παραμένει ο Καραγκιόζης μας νηστικός και πεινασμένος έτσι ώστε να ξεδιπλωθεί στην σκηνή μία ιστορία στην οποία ο πρωταγωνιστής μας θα ψάχνει τρόπους να γεμίσει το στομάχι του και των παιδιών του διότι και η φασολάδα και τα φασόλια καλά είναι αλλά για πόσο; Το σλόγκαν «Θα φάμε θα πιούμε και νηστικοί θα κοιμηθούμε» που έχει ταξιδέψει σε όλη την Ελλάδα και τον κόσμο, περιλαμβάνει σε μία πρόταση όλη την προσπάθεια του Καραγκιόζη που θα φάει θα πιει αλλά και πάλι στο τέλος θα γυρίσει νηστικός σπίτι έτσι ώστε μία νέα ιστορία να αναδυθεί και ο ίδιος να παραμένει αιώνιος.

Όσον αφορά τώρα τα υλικά και η σύνδεσή τους με τις φιγούρες. Στην τέχνη του Καραγκιόζη σίγουρα κύριο λόγο έχει ο ίδιος ο Καραγκιόζης πολλές φορές χωρίς αυτόν η παράσταση είναι ελλιπής γι αυτό και είναι και ελάχιστες οι παραστάσεις που δεν εμφανίζεται. Ωστόσο η παράσταση γεμίζει με χρώματα και μουσικές με την εισαγωγή κι άλλων χαρακτήρων, όπως ο Χατζηαβάτης, ο Μπάρμπα-Γιώργος, ο Διονύσιος, ο Μορφωνιός, ο Σταύρακας κ.α. Όπως και στην μαγειρική βλέπουμε και εδώ πως μία παράσταση έχει εμπλουτιστεί με διάφορα «υλικά». «Υλικά» άλλοτε γλυκά (βεζυροπούλα) άλλοτε γλυκόξινα (Χατζηαβάτης) άλλοτε αλμυρά (Μπάρμπα-Γιώργος) άλλοτε πικρά (Μορφωνιός). Χωρίς αυτά όμως το γεύμα δεν θα έδενε και το αποτέλεσμα θα ήταν άνοστο. Όλοι αυτοί οι χαρακτήρες που εμφανίζονται στα έργα του  Καραγκιόζη με τα ρούχα τους, τις προφορές τους και αυτά που ο καθένας αντιπροσωπεύει φτιάχνουν όλοι μαζί ένα μεγάλο και ποικιλόμορφο τραπέζι. Χαρακτηριστικό παράδειγμα δείπνου αποτελεί ο «Γάμος του Καραγκιόζη» καθώς εμφανίζονται στο έργο ήρωες από κάθε λογής τόπο δίνοντας εκτός από ποικιλία στο μεγάλο μας γαμήλιο τραπέζι αλλά και μυρωδιές και ήχους και τραγούδια με αποτέλεσμα να διαδραματίζεται μπροστά μας ένα οικουμενικό γλέντι.

Σίγουρα για να πετύχει μία παράσταση Καραγκιόζη χρειάζεται ποικιλία διότι και ο κόσμος που την παρακολουθεί είναι ποικιλόμορφος. Παρ’ όλα αυτά χωρίς τον ίδιο τον Καραγκιόζη όπως προαναφέρθηκε είναι σαν το φαγητό χωρίς το αλάτι. Όσο το αλάτι δίνει αυτό το κάτι παραπάνω στο γεύση τόσο και ο Καραγκιόζης. Βέβαια ο ήρωας μας δεν είναι σε καμία περίπτωση αόρατος από το μάτι αντιθέτως μας κάνει αισθητή την παρουσία του και αυτό μας αρέσει. Τελικά μήπως το αλάτι είναι ο καραγκιοζοπαίχτης; Πίσω από την σκηνή, καλά κρυμμένος, αλλά συγχρόνως κινεί όλες τις φιγούρες δίνοντάς τους ουσία, δίνοντάς τους  ζωή. Είναι αόρατος από εμάς αλλά και ταυτόχρονα ορατός-αισθητός όπως και το αλάτι. Όπως και στην μαγειρική έτσι και στην σκηνή όσο οι δύο «μάγειρές» μας παίζουν, ο Καραγκιοζοπαίχτης κάθε φορά προσθέτει ολοένα καινούριο υλικό κατά τη διάρκεια της παράστασης. Αυτοσχεδιάζει, μπορεί να του βγει πιο αλμυρό ή πιο γλυκό. Το αποτέλεσμα πλέον δεν είναι στο χέρι του, αυτό θα κριθεί από το κοινό, από αυτούς που θα το δοκιμάσουν. Αν το κοινό αρέσκεται στο αλμυρό έχει καλώς αλλιώς ο «μάγειράς» μας θα πρέπει να βρει άλλη συνταγή.

Κλείνοντας, άξιο παρατήρησης είναι πως η μαγειρική  σε κάθε τόπο της Ελλάδας έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά αλλά και για κάθε περίσταση το συγκεκριμένο πιάτο. Θα μπορούσε κανείς να την θεωρήσει και ως  μία λαϊκή «τέχνη»,  που συνεχίζει και περνά  από την μία γενιά στην άλλη πάντα σύγχρονη αλλά και πάντα παλιά. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για το θέατρο σκιών και τον Καραγκιόζη. Αναδύεται και συνεχίζει και θα συνεχίζει όσο οι άνθρωποι τον εμπλουτίζουν αλλά ταυτόχρονα τον κρατούν αυθεντικό μέσα στις καρδιές τους.