ΣΤΑΥΡΑΚΑΣ ΚΑΙ ΥΠΟΚΟΣΜΟΣ

σταύρακας_μώρου

(Μία παρουσίαση βασισμένη στο βιβλίο του Ηλία Πετρόπουλου Υπόκοσμος και Καραγκιόζης)

Στη μονογραφία του Καραγκιόζης και Υπόκοσμος ο Ηλίας Πετρόπουλος προχωρεί σε μια ενδελεχή μελέτη της μορφής του κουτσαβάκη, του μάγκα και του εκπροσώπου του ελληνικού υποκόσμου, όπως αυτή ειδικότερα προβάλλεται στο θέατρο σκιών, αποτυπωμένη στη φιγούρα του Σταύρακα. Κατά τον Πετρόπουλο, ο Σταύρακας αποτελεί μια από τις σημαντικότερες φιγούρες του ελληνικού θεάτρου σκιών και μια «τυποποιημένη συμπύκνωση ενός ανθρώπου του υποκόσμου»[1], και δη της εποχής περί το γύρισμα του 20ου αιώνα, όταν πρωτοεμφανίζεται στο μπερντέ.

Ι. Πρώτη εμφάνιση

Πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά στο χρόνο πρώτης του εμφάνισης, παρατίθενται οι απόψεις των Κώστα Μπίρη και Γιώργου Ιωάννου από σχετικά τους μελετήματα, αλλά και του Σωτήρη Σπαθάρη στα Απομνημονεύματά του, που συμφωνούν ότι ο Σταύρακας αποτελεί δημιούργημα του καραγκιοζοπαίχτη Γιάννη Μώρου[2], και πρωτοεμφανίζεται γύρω στα 1900.

Αντίθετα, ο καραγκιοζοπαίχτης Παναγιώτης Μιχόπουλος, σε συνέντευξή του στον ίδιο τον Πετρόπουλο, αποδίδει της εισαγωγή της φιγούρας του Σταύρακα στον Ανδρέα Αγιομαυρίτη. Διηγείται μάλιστα και το περιστατικό κατά το οποίο, όταν εν λόγω καραγκιοζοπαίχτης έπαιζε στη Σύρο περί τα 1912-1915, προσεγγίστηκε από έναν τοπικό μάγκα ονόματι Σταύρο, ο οποίος του ζήτησε να «τον φτιάξει κι εκείνον μια φιγούρα να τον βγάνει στο πανί». Έτσι, κατά τον Μιχόπουλο, γεννήθηκε ο Σταύρακας, ένας νταής ψευτοπαλικαράς, καθ’ εικόνα και ομοίωση του πραγματικού αυτού προσώπου[3].

ΙΙ. Χαρακτηριστικά

Α) Καταγωγή

Κατά τον Πετρόπουλο, η καταγωγή του Σταύρακα παραμένει μυστηριώδης: Ενώ, όπως προαναφέρθηκε, ο Μιχόπουλος τον θεωρεί Συριανό, ο Μόλλας τον θεωρεί Ψειριώτη της Παλιάς Αθήνας, οι Μπίρης και Ιωάννου τον θεωρούν Αθηναίο γενικώς, Αθηναίο-Πειραιώτη ο Β. Βαβανάτσος, Πειραιώτη εκ Σύρου ο Σπαθάρης και ο Κοντογιάννης, ενώ Πλακιώτη τον θεωρεί ο Θεοτοκάς.[4]

Β) Εξωτερική εμφάνιση

Ο Πετρόπουλος υπολογίζει την ηλικία του Σταύρακα μεταξύ 25 και 37 ετών[5], ενώ η φιγούρα του έχει το ένα της χέρι μακρύ-σπαστό[6], για να κάνει με αυτό, όπως αναφέρει ο Μπίρης, «τις μάγκικες χειρονομίες όταν μιλούσε, και για να φέρνει πάντα στη θέση του το καβουράκι, που ήταν κινητό επίσης και έφευγε πάντα από τη θέση του όταν του έδινε τη στράκα ο Καραγκιόζης»[7].

Κατά τον καραγκιοζοπαίχτη Μιχόπουλο ο Σταύρακας «φόραγε σταυρωτό σακάκι και παντελόνι τζογέ (ξέρεις τι θα πει τζογέ; Στενό κάτω-κάτω), φορούσε ζουνάρι κόκκινο, παπούτσια με ψηλό τακούνι, και δεν ήτανε δετά τα παπούτσια, με κορδόνια, αλλά φορετά, με λάστιχα στις πάντες, ήτανε ψηλά παπούτσια, όχι σκαρπίνια-μποτάκια. Επίσης, φορούσε καβουράκι καπέλο και στο ζουνάρι του είχε καμία κάμα και κανένα πιστόλι, παλιομπίστολο. Είχε μουστάκι στριφτό και τζουλούφι στο μέτωπό του. […] Πάντοτε είχε λουλούδι στο πέτο του σακακιού.»[8].

Ο Σωτήριος Σπαθάρης περιγράφει τον Σταύρακα να φοράει «παντελόνι τζογαδούρα, σακάκι σταυρωτό, γελέκο με φιλντισένια κουμπιά, ζωναριά άσπρη, κίτρινο πουκαμισάκι, κόκκινη γραβάτα χασάπικια, παπουτσάκι μονόσολο καρφωτό με γυναικείο ξυλοτάκουνο.» και να «έχει ψεύτικη ελιά στο μάγουλο, στριμμένο τον αρειμάνιο μύσταξ και βαμμένα τα μάτια για να φαίνονται αμυγδαλωτά και στο κεφάλι φοράει καβουράκι με τρία καψουλάκια»[9]. Όμοια περιγράφει τον Σταύρακα και ο γιος του Σωτήρη Ευγένιος Σπαθάρης, προσθέτοντας στην περιγραφή και το δίκοπο μαχαίρι μπηγμένο στο ζωνάρι και το κομπολόι στο χέρι[10].

Παρομοίως με τους παραπάνω, και ο καραγκιοζοπαίχτης Χαρίδημος περιγράφει στον Πετρόπουλο το Σταύρακα να «φοράει τζογέ παντελόνι, παπούτσια στιβάλια με  λάστιχο στο πλάι και ψηλά τακούνια, ζωνάρι μακρύ σχεδόν να σέρνεται, γελεκάκι, ριχτό σακάκι, κομπολογάκι. Στο ζωνάρι διμούτσουνη κουμπούρα και το μαχαίρι το δίκοπο, τον κόφτη. Στο κεφάλι καβουράκι. Μουστάκι στριφτό, τσιγκέλι. Στο μέτωπο μια αφέλεια και ελίτσα ψεύτικη στο μάγουλο.»[11]

Γ) Γλώσσα-ομιλία-τραγούδι

Ο Σταύρακας χρησιμοποιεί την μάγκικη αργκό της εποχής και, κατά τον Πετρόπουλο, οι κουβέντες εκείνου και των φίλων του «παρουσιάζουν τεράστιο γλωσσολογικό ενδιαφέρον. Ο λεξιθήρας, που ψάχνει για λέξεις ή εκφράσεις του ιδιώματος του ελληνικού υποκόσμου, στο λακριντί του Σταύρακα θα ανιχνεύσει πλείστα στοιχεία που, συχνά, επιζούν ως τις μέρες μας».[12] Ο ίδιος ο συγγραφέας προχωρεί σε ανίχνευση, μέσα από μια σειρά λαϊκών φυλλαδίων[13], ποικίλων χαρακτηριστικών του μάγκικου ιδιώματος λέξεων και εκφράσεων που χρησιμοποιεί ο Σταύρακας, όπως ενδεικτικά: ζούλα – αδερφάκι μου –κόζα – χάπατο – τσαρδί – πάω πάσο – γουστάρω – αντιλαβού -τι λες ρε χαλβά;- ρε μάπα – άε πάγαινε –για μπάνιζε – σκοτεινή, υπόγα και φυλάκα (για τη φυλακή)- κοροϊδάρα – τραβήγματα – καζούρα – απόψε θα χυθεί αίμα σα γιαούρτι – τσάρκα.[14] Επίσης παρατηρείται ότι ο Σταύρακας, όπως και όλοι οι ήρωες του θεάτρου σκιών, μιλά στον ενικό αριθμό, σε όποιον κι αν απευθύνεται.[15]

Όσον αφορά στον τρόπο ομιλίας του Σταύρακα, ο Πετρόπουλος σημειώνει πως οι καραγκιοζοπαίχτες «μιμούνται με επιτυχία την προφορά των κουτσαβάκηδων: λένε τις συλλαβές μια-μια, τονίζουν ωραία, δίνουν έναν τόνο βραχνό και ένρινο στη φωνή τους». Παραθέτει δε απόσπασμα επιστολής του μελετητή του θεάτρου σκιών Β. Βαβανάτσου, όπου περιγράφεται το πώς «οι παλιοί καλοί καραγκιοζοπαίχτες, για να μιμηθούν την τόσο χαρακτηριστική φωνή, παραμόρφωναν με σύνθλιψη τον θυρεοειδή χόνδρο και χρησιμοποιούσαν σαν αντηχείο τη ρινική  κοιλότητα. Έτσι κατάφερναν να αποχτήσουν τρία διαφορετικά χρώματα φωνής-μια βραχνή φωνή για το Σταύρακα και δύο σπινές φωνές για τις υπόλοιπες μάγκικες φιγούρες.»[16]

Ο Σταύρακας κάνει την είσοδό του (σορτίτα) στη σκηνή παίζοντας κομπολόι και τραγουδώντας διάφορα πρώιμα ρεμπέτικα, συνήθως το «Η Ελλη θέλει σκότωμα», ή και άλλα μάγκικα τραγούδια της μόδας, όπως το «Στις Σύρας τις ανηφοριές μου δώσανε δυο μαχαιριές», το «Στ’ Ανάπλι τόπια το νερό», την «Μπαμπέσα» και το «Άντε κάτω απ’ τα ραδίκια» κ.ά.[17] Ο Βαβανάτσος παρατηρεί πως συχνά μετά από κάποιο ταξίμι ο Σταύρακας αναφωνεί αυτοθαυμαζόμενος: «Αμάν, Βαγγελίστρα, να ζήσουν οι μάνες που κάνουν αγόρια σαν και μένα»[18]

Δ) Χαρακτήρας-Συμπεριφορά

Σε απόσπασμα μελέτης του Κώστα Μπίρη που παραθέτει ο Πετρόπουλος, παρατηρείται ότι «Ο Σταύρακας είναι τύπος βγαλμένος από την αθηναϊκή ζωή του 1900. Ο ψευτοπαλληκαράς, ο κουτσαβάκης της ταβέρνας εκείνου του καιρού. Είναι ψεύτης και καυχησιάρης, διηγείται ανύπαρκτες παλικαριές του για να τον θαυμάζουν και να τον φοβούνται οι άλλοι, ενώ κατά βάθος είναι δειλός. Όταν γίνεται κάποιος καυγάς, αυτός μένει κρυμμένος και δεν παρουσιάζεται παρά μόνον όταν τελειώσει η φασαρία, φωνάζοντας: -Επ και δεν πρόκανα! Μ’ αυτό δε το μοτίβο ακούγεται πάντα από τα παρασκήνια η φωνή του, όταν πρόκειται να βγει στον μπερντέ. Και συνεχίζει: -Εεεπ…Βαρδάτε όρη και βουνά, για να περάσει ο τίγρης. […] Παρουσιάζει τον εαυτό του στα άλλα πρόσωπα της σκηνής και στο κοινό: -Είμαι το Σταυράκι το χαριτωμένο. Με γέννησ’ η μανούλα μου καρδιές για να μαραίνω. Όταν αρχίσει να μιλάει, πάντα έχει να πει μιαν απειλή απραγματοποίητη ή ένα παράπονο: που δεν του δίνεται η ευκαιρία να δείξει την παλικαριά του. Η απάντηση που παίρνει είναι μια στράκα που του κολλάει από πίσω ο Καραγκιόζης. Ο Σταύρακας τότε βρίσκεται σε δύσκολη θέση. Αν θελήσει ν’ αντιμετωπίσει την προσβολή και να δείξει την παλικαριά του, ξέρει πως θα τις φάει και θα φανερωθεί η αλήθεια. Και κοιτάζει ν’ αποφύγει την κακοτοπιά, με μάγκικη διαλεκτική. […] Δεν το λογάριαζε κανένας για παλικάρι, ούτε ο ειρηνικός σιορ Διονύσιος, ούτε κι αυτός ο δειλότατος Χατζηαβάτης. Ωστόσο επέμενε στις διαφορές που είχε με τα άλλα πρόσωπα του θιάσου, ώσπου να τα καταφέρει να φάει το απαραίτητο ξύλο.»[19]

Παρατίθεται επίσης σχόλιο του Γιώργου Ιωάννου κατά το οποίο  ο Σταύρακας είναι «μόνιμα απειλητικός, μόλις όμως συναντήσει αντίσταση απαγκιστρώνεται τεχνηέντως. Ζωγραφίζεται, δηλαδή, ως άνθρωπος κατά βάθος δειλός […] Ο Καραγκιόζης που τον έχει ψυχολογήσει σωστά, πάντοτε μετά από τις φοβερές απειλές που εκστομίζει ο Σταυράκης, του ρίχνει δυο-τρεις καρπαζιές για να τον συνεφέρει. Κι εκείνος πάντα θα βρει έναν τρόπο να το γυρίσει στο αστείο για να αποφύγει την αντιμετώπιση. Εντούτοις, είναι συμπαθής τύπος ο Σταυράκης[…]»[20]. Όπως ο Πετρόπουλος σημειώνει με έμφαση, «Το κύριο γνώρισμα του Σταύρακα είναι οι απειλές»[21], που ωστόσο αποδεικνύονται απραγματοποίητες.

ΙΙΙ. Η συντροφιά του Σταύρακα

Ο Πετρόπουλος παρατηρεί ότι πέραν του ίδιου του Σταύρακα, «και άλλες φιγούρες του θεάτρου σκιών αντικατοπτρίζουν τον υπόκοσμο της Ελλάδας. Δίπλα στον Σταύρακα στέκεται ο γνωστός Νώντας» αλλά και «αρκετοί άλλοι μάγκες. Είναι οι φιγούρες του Βαγγέλα, του Κωτσαρίκου, του Μιστόκλη, του Θέμη, του Μητσάρα, του Μπούρα, του Γιορντάνη, του Παυλάρα, του Σωτήρη. Κάποτε-κάποτε και κάποιες κοπέλες με ελευθεριάζουσα ηθική και νοοτροπία.»[22] Τονίζει, δε, την αξιοπρόσεκτα «μεγάλη γκάμα των μάγκικων τύπων του Καραγκιόζη, καθώς και την μεταξύ τους αυστηρή ιεραρχία»[23]

Ο Νώντας είναι, κατά τον Πετρόπουλο, ο «οιονεί υπασπιστής του Σταύρακα, δημιούργημα του Μόλλα, και πρωτοφάνηκε στο μπερντέ λίγο πριν τους βαλκανικούς πολέμους.» «Μπορεί να πει κανείς ότι ο μεν Σταύρακας είναι κουτσαβάκης του παρελθόντος αιώνος, ο δε Νώντας μάγκας των αρχών του αιώνος μας. Αυτό τουλάχιστον δείχνει ο χρόνος εμφανίσεώς τους στο θέατρο σκιών, η αυστηρή ιεραρχική σχέση τους, τα όπλα και η αργκό που χρησιμοποιούν και οι ενδυματολογικές τους διαφορές.»[24]

Ο Παναγιώτης Μιχόπουλος, στη μαρτυρία του που παραθέτει ο Πετρόπουλος, σημειώνει ότι «ο Νώντας είναι φίλος του Σταύρακα […] Η φιγούρα αυτή παριστάνει ένα μάγκα μέχρι είκοσι δύο χρονώ. […] Ποτέ δεν μπαίνει στη σκηνή μόνος του σε καμία περίπτωση, πάντοτε μαζί με το Σταύρακα. Μιλάει σπινά. Σπινά θα πει, να πούμε, ψιλή φωνή κι απάνω-όχι χοντρή φωνή. Σε καμία περίπτωση δεν υποχωρεί σε καβγάδες […] Φοράει σταυρωτό γελέκο, ζωνάρι  μακρύ κόκκινο, τραγιάσκα και καρό πουκάμισο, παπούτσια ίδια με του Σταύρακα. Πάντοτε ο Σταύρος τόνε συστήνει στου άλλους ότι είναι “o φίλος του ο Νώντας, παιδί τζιμάνι και ο γιος της κυρα-μαμής”»[25]

Κατά την μαρτυρία, δε, του Ευγένιου Σπαθάρη που επίσης περιέχει η μονογραφία, ο Νώντας περιγράφεται να έχει «απλώς το σακάκι ριγμένο, μ’ ένα μανίκι. Αυτός φοράει τραγιάσκα. Είναι δεύτερη φιγούρα και θεωρεί τον εαυτό του πιο νταή από τον Σταύρακα, όταν δεν είναι παρών ο Σταύρος. Αυτός έχει κουμπούρα και κρεμαστό κομπολόι στην τσέπη. Γέρνει από τη μια μεριά, πάει μονόπαντος, για να γέρνει το σακάκι του περισσότερο. Ο Βάγγος και ο Μιστόκλης φοράνε τραγιάσκα και οι δυο. Ο ένας κρατάει το σκαμνί της λατέρνας, φοράει πουκάμισο και καρό παντελόνι και την τραγιάσκα προς τα πίσω. Αυτός είναι ο Βαγγέλας. Ο άλλος, ο Μιστόκλης, σηκώνει τη λατέρνα στην πλάτη. Αυτός βαστάει και ντέφι και φοράει σακάκι, παντελόνι τζογέ με ρίγες και τραγιάσκα ριγμένη μπροστά στο κούτελο. Όλοι τους αυτοί είναι μουστακαλήδες […] Μετά είναι οι μπουζουκτσήδες. Ο Θέμης είναι με το μπουζούκι, καβουράκι, πουκάμισο με γραβάτα και με παντελόνι σκέτο, παπούτσι ψηλοτάκουνο, ζωνάρι φαρδύ και κρέμεται στο πλάι. Ο Μητσάρας βαστάει τον λουλά και φέρνει βόλτα το χορό. Εκεί είναι που τους υποδέχεται ο Καραγκιόζης με τα καταβρεχτήρια. Και αυτοί έχουν προφορά μάγκικη. Φυσικά, ο καθένας έχει ιδιαίτερη φωνή.»[26]

ΙV. Η απήχηση του Σταύρακα στο κοινό

«Ανάλογα με την  κοινωνικοπολιτική άποψη του κάθε καραγκιοζοπαίχτη για τους μάγκες και ανάλογα με τον τύπο του μπερντέ (ερασιτέχνης καραγκιοζοπαίχτης, μπουλουξής, μπερντές του λιμανιού, μπερντές του χωριού) ο χαρακτήρας της κάθε μάγκικης φιγούρας παράλλαζε-άλλοτε κυριαρχούσε το νταηλίκι, άλλοτε η γραφικότης, άλλοτε το κωμικό στοιχείο, και άλλοτε η γελοιοποίηση»[27]

Όπως πάντως τονίζει ο Μιχόπουλος, « ο κόσμος τον αγαπούσε τον Σταύρακα. Είναι αγαπητή φιγούρα ο Σταύρακας. Οι καραγκιοζοπαίχτες οι περισσότεροι τόνε παριστάνουν πολύ δειλό και ότι έτρωγε όλο ξύλο. Εγώ πάντοτε τον επαρουσίαζα ότι ήτανε ένας κανονικός μάγκας της παλιάς Αθήνας, χωρίς να τον δέρνω ποτές, γιατί δεν πρέπει στο θέατρο να δέρνουμε τα αγαπητά πρόσωπα και να τα γελοιοποιούμε, γιατί είναι πολύ αγαπητό πρόσωπο ο Σταύρακας στον καραγκιόζη. Εκτός μόνο όταν κάνουνε ντουετάκι με το Νώντα και τους πετάει κανένα καταβρεχτήρι ή καμιά καρέκλα ο Καραγκιόζης»[28]

Είναι τέλος σημαντικό να τονιστεί πως, δεδομένου ότι ο Σταύρακας αποτυπώνει ένα μέρος του λαϊκού πολιτισμού των πόλεων, οι καραγκιοζοπαίχτες δεν παρουσίαζαν τη φιγούρα του όταν έπαιζαν σε χωριά, καθώς οι εκεί θεατές, ελλείψει σχετικών προσλαμβανουσών, «δεν θα νιώθανε τίποτα»[29].

 

Έλλη Γαβριήλ

 

 

 

[1] Ηλίας Πετρόπουλος, Υπόκοσμος και Καραγκιόζης, Νεφέλη, Αθήνα:1996, σελ. 6

[2] Ό.π. σσ. 104-105 και 112

[3] Ό.π. σ. 114

[4] Ό.π. σ. 121

[5] Ό.π. σ. 139

[6] Ό.π. σ. 122

[7] Ό.π. σ. 104

[8] Ό.π. σ. 115

[9] Ό.π. σ. 113

[10] Ό.π. σ. 119

[11] Ό.π. σσ. 120-121

[12] Ό.π. σ. 135

[13] Πρόκειται, κατά τον Πετρόπουλο, για λαϊκά φυλλάδια της περιόδου 1925-30, προερχόμενα από τη συλλογή του καθηγητή Στίλπωνος Κυριακίδη και δημοσιευμένα από τον Γιώργο Ιωάννου- βλ. ό.π. σ. 140

[14] Ό.π. σσ. 142-145

[15] Ό.π. σ. 135

[16] Ό.π. σ. 109

[17] Ό.π. σσ. 115 και 121-122

[18] Ό.π. σ. 107

[19] Ό.π. σσ. 103-104

[20] Ό.π. σ. 105

[21] Ό.π. σ. 124

[22] Ό.π. σ. 101

[23] Ό.π.

[24] Ό.π. σ. 133

[25] Ό.π. σ. 116

[26] Όπ. σσ. 119-120

[27] Β. Βαβανάτσος σε επιστολή του που παραθέτει ο Ηλίας Πετρόπουλος, ό.π. σ. 108

[28] Ό.π. σσ. 115-116

[29] Ό.π. σ. 122

Advertisements

One thought on “ΣΤΑΥΡΑΚΑΣ ΚΑΙ ΥΠΟΚΟΣΜΟΣ”

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s