Παραμύθια με βασιλοπούλα δράκο και ήρωα

 

Παραμύθια με βασιλοπούλα , δράκο και ήρωα
Μάθημα-θέατρο σκιών
Καλορίτη Χριστίνα 1568201000075
Φωτεινή Παπαχρυσοστόμου 15682010000

Το Ελληνικό παραμύθι
1.Εισαγωγικά
Τα παραμύθια είναι στιγμές που θυμούνται οι μεγαλύτεροι μα και ζουν οι νεώτεροι. Τα συναντάμε σε διαφορετικές χώρες και διαφορετικούς λαούς, γιατί οι πιο όμορφες παραδόσεις της ανθρωπότητας έχουν περάσει στα πιο όμορφα παραμύθια. Η μαγεία του παραμυθιού έγκειται στο γεγονός ότι, αν και η πλοκή τους είναι απλή και λιτή έχουν την ικανότητα, όπως προανέφερα, να μαγεύουν αλλά και να διδάσκουν πολλά τόσο στους ενήλικες όσο και στα παιδιά. Στα παραμύθια συναντάμε κακούς βασιλιάδες, βασίλισσες, μητριές, ήρωες, ηρωίδες, ξωτικά, νεράιδες, δράκους που όλοι ζουν στο χώρο της φαντασίας. Τα παραμύθια έχουν πάντα ευτυχισμένο τέλος και δεν είναι ρεαλιστικά, αντιθέτως συμβαίνουν στο χώρο της φαντασίας και το υπερφυσικό είναι το κύριο συστατικό τους. Το παραμύθι έχει μια ρομαντική και συγκινησιακή γοητεία, ασχολείται με τις εμπειρίες ενός κάθε φορά ατόμου, που διαθέτει τέτοια χαρακτηριστικά ώστε να μπορεί να ταυτιστεί με τον αναγνώστη. Τα πιο συχνά επαναλαμβανόμενα θέματα στο παραμύθι είναι αυτά που αναφέρονται στις αναποδιές και τα εμπόδια που μπορεί να τύχουν στον ήρωα ή την ηρωίδα(π.χ. Σταχτοπούτα) και στο ευτυχισμένο τελικά τέλος που θα έχει αυτός.
Το λαϊκό παραμύθι γενικά, αλλά και το ελληνικό παραμύθι που τόσο πλούτο κρύβει, είναι ένα σπουδαίο παιδαγωγικό μέσο. Καλλιεργεί την φαντασία του παιδιού, την ευαισθησία του, την προσοχή του.
2. Η αντοχή του παραμυθιού στο χρόνο
Στις μέρες μας το παραμύθι όχι μόνο μένει ζωντανό και γνωρίζει ανάπτυξη , αλλά και όποιος το σνομπάρει χάνει μια πηγή απόλαυσης ,αγωγής και δημιουργίας.
Η αντοχή και η ανάπτυξη του παραμυθιού αποδεικνύεται απ΄τα παρακάτω στοιχεία
Α)Τα παιδιά ζητούν επίμονα παραμύθια και τα απολαμβάνουν
Β)Αν σταθείς στη βιτρίνα ενός βιβλιοπωλείου ,θα δεις ότι τα περισσότερα παιδικά βιβλία είναι παραμύθια
Γ)Η συνταγή της τεράστιας επιτυχίας του <<Χάρι Πότερ>> έχει ως βασικό υλικό τα παραμύθια του βορά.
Δ)Το ίδιο συμβαίνει με τις ταινίες της Disney <<Χιονάτη, Σταχτοπούτα, Βασιλιάς των λιονταριών>>
Ε)Πολλοί άνθρωποι ή επιχειρήσεις ζουν σήμερα από το παραμύθι. Συγγραφείς ,καλλιτέχνες, εκδότες , αφηγητές και πολλοί άλλοι.
Στ ) Όλο και περισσότεροι δάσκαλοι το χρησιμοποιούν στο μάθημά τους
Ζ) Το σπουδαιότερο ,υπάρχουν και σήμερα Έλληνες λαϊκοί παραμυθάδες κυρίως στην Κρήτη και την Κάρπαθο.
Η) Υπάρχουν σ΄όλο τον κόσμο κινήματα αναβίωσης της αφήγησης , και επαγγελματίες καλλιτέχνες της αφήγησης που αφηγούνται παραμύθια στις παραστάσεις τους παραμύθια αλλά και λαϊκά αφηγήματα.

Δράκος
Στα ελληνικά παραμύθια εμφανίζεται ως ανθρωπόμορφος κακοποιός ήρωας με σχετικά μεγάλες διαστάσεις και υπερφυσικές δυνάμεις
Ήρωας
Ο κύριος πρωταγωνιστής του παραμυθιού. Αναλαμβάνει επικίνδυνες αποστολές, μπλέκει σε δοκιμασίες και βγαίνει νικητής μετά από θαρραλέα αναμέτρηση με τον Ανταγωνιστή.
Ανθούσα, Ξανθούσα Χρυσομαλλούσα
Περίληψη

Ένας βασιλιάς ζει ευτυχισμένος με την κόρη του και την γυναίκα του .Ένας δράκος αρπάζει τη κόρη. Ο πρίγκιπας του διπλανού βασιλείου που τη θαυμάζει για την ομορφιά της ξεκινάει να την βρει. Στον δρόμο συναντά μια κουτσή γριά, τη βοηθάει να κουβαλήσει τα ξύλα, μένει μαζί της τρείς μήνες ώσπου να έρθει η κόρη της για να τη βοηθά. Η γριά σε αντάλλαγμα του δίνει ένα μαγικό καπέλο, που θα τον πάει πετώντας στον δράκο. Καθώς πετάει σώζει έναν αετό από τους κυνηγούς κι αυτός υπόσχεται να τον βοηθήσει . Ο ήρωας φτάνει στη σπηλιά του δράκου όπου γίνεται πολύωρη μάχη. Ο ήρωας σκοτώνει το δράκο με τη βοήθεια του καπέλου και του αετού. Ο ήρωας επιστρέφει με την πριγκίπισσα και παντρεύονται.

Ανάλυση

Συμφορά(στέρηση της κόρης)
Αναχώρηση του ήρωα
Δοκιμασία του ήρωα για να αποκτήσει το μαγικό μέσο
Απόκτηση του μέσου
Εξασφάλιση μαγικού βοηθού
Αναμέτρηση του ήρωα με τον ανταγωνιστή
Νίκη του ήρωά
Επιστροφή- Ανταμοιβή

Ο δρακοντοκτόνος ήρωας

Στοιχεία

Είναι η πιο γνωστή θρησκευτική παραλλαγή του παραμυθιού με τον δρακοντοκτόνο ήρωα. Προέρχεται από το Γύθειο της Λακωνίας και βρίσκεται στο βιβλίο <<Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών ΑΤ 300-499 Αγελλοπούλου-Μπρούσκου>>.Τα παραμύθια με τον δρακοντοκτόνο ήρωα ανήκουν στη κατηγορία τωναρχαιότερων παραμυθιών.

Περίληψη

Ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα είχαν δύο κόρες. Στην κοινωνία που ζούσαν υπήρχε ένα πηγάδι όπου κατοικούσε ένα θεριό(δράκος).Όμως το πηγάδι αυτό ήταν η μόνη πηγή πόσιμου νερού , έτσι είχαν βγάλει διάταγμα να τρώει κάθε εβδομάδα έναν άνθρωπο το θεριό για να έχουν νερό οι υπόλοιποι για μία εβδομάδα. Η κλήρωση όμως μια φορά έτυχε της βασιλοπούλας. Τότε ο βασιλιάς έβγαλε διάταγμα όποιος σκοτώσει τον δράκο ως το πρωί που θα θυσιαστεί η κόρη του θα την πάρει για γυναίκα του μαζί με το μισό βασίλειο. Τότε εμφανίστηκε ο σατανάς μεταμορφωμένος σε όμορφο νέο. Την άλλη μέρα το πρωί στο πηγάδι ενώ περίμενε τη θησεία της η βασιλοπούλα εμφανίζεται ο Αι Γιώργης χωρίς να καταλάβει ότι είναι αυτός, νικάει το τέρας και λέει στη βασιλοπούλα να ειδοποιήσει τον πατέρα της πως όλοι μπορούν να πιούν νερό άφοβα. Μόλις έφυγαν όλοι από το πηγάδι όμως ο Σατανάς εμφανίζεται και παίρνει τα κεφάλια του δράκου και τα πάει σαν απόδειξη στο βασιλιά ότι το σκότωσε εκείνος. Τότε εμφανίστηκε ο Αϊ Γιώργης κι απέδειξε πως ήταν ο Σατανάς. Με τη βοήθεια των δεσποτάδων τον έδιωξε. Τότε ο βασιλιάς του είπε να τον παντρέψει με την βασιλοπούλα αλλά εκείνος ως άγιος του αποκρίθηκε ότι δεν μπορεί λόγω της ιδιότητας του.

Σταχτοπούτα

Μια φορά και ένα καιρό ήταν ένας καλός άντρας και ζούσε μαζί με την καλόκαρδη γυναίκα του και την όμορφη κόρη τους. Ξαφνικά η γυναίκα αρρώστησε και πέθανε. Τότε ο άντρας παντρεύτηκε μια δεύτερη γυναίκα που είχε δύο κόρες. Κάπως έτσι ξεκινάει το παραμύθι της Σταχτοπούτας και μαζί ξεκινάνε και τα βάσανά της, αφού η μητριά της δεν τη συμπαθούσε. Εδώ βλέπουμε το συμβολισμό του Χαμένου Παραδείσου, την κάθοδο της ψυχής στον κόσμο, όπου πρέπει να υποφέρει τις δοκιμασίες.
Το τζάκι συμβολίζει την εξορία, τις στάχτες των νεκρών, την ταπείνωση και τη θλίψη. Είναι ένα αρχαίο έθιμο για τους δυστυχισμένους να κάθονται στις στάχτες, μέχρι να τους προσκαλέσουν να καθίσουν σε ένα καλύτερο μέρος. Οι στάχτες συμβολίζουν επίσης το πόσο μικρή είναι η ζωή. Το τζάκι όμως συμβολίζει και κάτι άλλο, ένα ιερό κέντρο, το μέρος που εμφανίζονται τα πνεύματα με τη μορφή της φωτιάς. Αντικατοπτρίζει τον εσωτερικό κόσμο της ψυχής. Είναι ένας τρόπος επικοινωνίας με τους νεκρούς, και συμβολίζει την είσοδο προς τον άλλο κόσμο. Η Σταχτοπούτα κατ’ αυτόν τον τρόπο καταλαμβάνει και μια πνευματική θέση πέρα από την φυσική. Το τζάκι είναι επίσης ένας τόπος ασφαλές από τα πνεύματα που τριγυρνούν μέσα στη νύχτα. Στους Κέλτες η λατρεία των νεκρών επικεντρώνονταν γύρω από το τζάκι. Το τζάκι είναι ακόμα τόπος απ’ όπου πηγάζει ζεστασιά, τόπος γυναικείας κυριαρχίας όπως στην αρχαία Ελλάδα υπήρχε η Εστία όπου η γυναίκα πριν από οποιαδήποτε εργασία έπρεπε να τιμήσει τη θεά του σπιτιού, και δεν έπρεπε να σβήσει η φωτιά. Η θέση της δίπλα στο τζάκι παραλληλίζει τη Σταχτοπούτα με τη θεά Εστία. Η Σταχτοπούτα περιποιείται τη φωτιά, επομένως είναι το πνεύμα, η ψυχή, η πανέμορφη, ενώ οι δυο αδερφές της είναι το σώμα και ο νους. Οι τρεις αδελφές μαζί αντιπροσωπεύουν τα τρία στάδια της εξέλιξης του ανθρώπου που οδηγούν στην αυτογνωσία. Οι αδελφές της Σταχτοπούτας συμβολίζουν ακόμη την εσωτερική και πνευματική ασχήμια, αντιπροσωπεύουν τις δυνάμεις του κακού που βρίσκονται στην απληστία, τη ζήλια και τη ματαιοδοξία. Η μητριά αντιπροσωπεύει την σκοτεινή και καταστροφική όψη της γυναικείας φύσης, που σε άλλα παραμύθια μεταμορφώνεται σε κακιά μάγισσα, θα μπορούσαμε να την παραλληλίσουμε με την ιστορία της Λίλιθ και του Αδάμ καθώς αντιπροσωπεύει το σκότος και την καταστροφή. Οι μητριές όπως στη Σταχτοπούτα και τη Χιονάτη συμβολίζουν ακόμη τον χαμένο Παράδεισο και την σκληρή πραγματικότητα του κόσμου όπου το άτομο αντιμετωπίζει τη σκοτεινή πλευρά της Μεγάλης Μητέρας. Μεγάλο ρόλο στο παραμύθι παίζει η νεκρή μητέρα της Σταχτοπούτας.
Εμφανίζεται σαν άσπρο περιστέρι, σύμβολο της αγνής αγάπης, μιας αγάπης που δίνει δύναμη στην ηρωίδα για να υπομείνει όλα τα βάσανα. Η μεταμόρφωση της Σταχτοπούτας συμβολίζει τις κρυμμένες δυνάμεις της ψυχής και δείχνουν τη διαδρομή της προς τον Παράδεισο. Η Σταχτοπούτα βγάζει τα λερωμένα ρούχα της και φοράει τον φωτεινό Μανδύα της Δόξας, το Φως των Ουρανών. Το γυάλινο γοβάκι έχει μαγικές ιδιότητες καθώς στην Αλχημεία το γυαλί συμβολίζει την πνευματική τελειότητα, τη λάμψη, την καθαρότητα και τη διαύγεια. Τέλος, η αναζήτηση του Πρίγκιπαψυχής. Είναι ένας τρόπος επικοινωνίας με τους νεκρούς, και συμβολίζει την είσοδο προς τον άλλο κόσμο. Η Σταχτοπούτα κατ’ αυτόν τον τρόπο καταλαμβάνει και μια πνευματική θέση πέρα από την φυσική. Το τζάκι είναι επίσης ένας τόπος ασφαλές από τα πνεύματα που τριγυρνούν μέσα στη νύχτα. Στους Κέλτες η λατρεία των νεκρών επικεντρώνονταν γύρω από το τζάκι. Το τζάκι είναι ακόμα τόπος απ’ όπου πηγάζει ζεστασιά, τόπος γυναικείας κυριαρχίας όπως στην αρχαία Ελλάδα υπήρχε η Εστία όπου η γυναίκα πριν από οποιαδήποτε εργασία έπρεπε να τιμήσει τη θεά του σπιτιού, και δεν έπρεπε να σβήσει η φωτιά. Η θέση της δίπλα στο τζάκι παραλληλίζει τη Σταχτοπούτα με τη θεά Εστία. Η Σταχτοπούτα περιποιείται τη φωτιά, επομένως είναι το πνεύμα, η ψυχή, η πανέμορφη, ενώ οι δυο αδερφές της είναι το σώμα και ο νους. Οι τρεις αδελφές μαζί αντιπροσωπεύουν τα τρία στάδια της εξέλιξης του ανθρώπου που οδηγούν στην αυτογνωσία. Οι αδελφές της Σταχτοπούτας συμβολίζουν ακόμη την εσωτερική και πνευματική ασχήμια, αντιπροσωπεύουν τις δυνάμεις του κακού που βρίσκονται στην απληστία, τη ζήλια και τη ματαιοδοξία. Η μητριά αντιπροσωπεύει την σκοτεινή και καταστροφική όψη της γυναικείας φύσης, που σε άλλα παραμύθια μεταμορφώνεται σε κακιά μάγισσα, θα μπορούσαμε να την παραλληλίσουμε με την ιστορία της Λίλιθ και του Αδάμ καθώς αντιπροσωπεύει το σκότος και την καταστροφή. Οι μητριές όπως στη Σταχτοπούτα και τη Χιονάτη συμβολίζουν ακόμη τον χαμένο Παράδεισο και την σκληρή πραγματικότητα του κόσμου όπου το άτομο αντιμετωπίζει τη σκοτεινή πλευρά της Μεγάλης Μητέρας. Μεγάλο ρόλο στο παραμύθι παίζει η νεκρή μητέρα της Σταχτοπούτας.
Εμφανίζεται σαν άσπρο περιστέρι, σύμβολο της αγνής αγάπης, μιας αγάπης που δίνει δύναμη στην ηρωίδα για να υπομείνει όλα τα βάσανα. Η μεταμόρφωση της Σταχτοπούτας συμβολίζει τις κρυμμένες δυνάμεις της ψυχής και δείχνουν τη διαδρομή της προς τον Παράδεισο. Η Σταχτοπούτα βγάζει τα λερωμένα ρούχα της και φοράει τον φωτεινό Μανδύα της Δόξας, το Φως των Ουρανών. Το γυάλινο γοβάκι έχει μαγικές ιδιότητες καθώς στην Αλχημεία το γυαλί συμβολίζει την πνευματική τελειότητα, τη λάμψη, την καθαρότητα και τη διαύγεια. Τέλος, η αναζήτηση του Πρίγκιπα με σκοπό να βρει τη Σταχτοπούτα και να παντρευτούν συμβολίζει την ένωση, τον Ανδρόγυνο και την κατάκτηση του χαμένου Παραδείσου. Κανένα άλλο παραμύθι δεν αποδίδει τόσο καλά όσο η «Σταχτοπούτα» τις εσωτερικές εμπειρίες του μικρού παιδιού που γνωρίζει τις αγωνίες της αδελφικής αντιζηλίας.
Ο θετός γιος του δράκου και η Πεντάμορφη

Ήταν ένας βασιλιάς και δεν έκανε παιδιά. Μια φορά τον πήρε το παράπονο και βγήκε έξω από τη χώρα να περπατήσει για να ξεδώσει ο νους του. Εκεί που περπατούσε, τον βρίσκει ένας ασκητής, που ήταν δράκος και λέει του βασιλιά: «Ώρα καλή, αφέντη βασιλιά. Πού πηγαίνεις έτσι ολομόναχος και πεζός και δεν έχεις κανένα στρατιώτη μαζί σου;» «Τι να σου πω, γέροντα;» αποκρίθηκε ο βασιλιάς. «Δεν κάνω παιδιά. Και απ’ αυτό το παράπονο βγήκα έξω να περπατήσω κομμάτι, για να ξεδώσει ο νους μου, γιατί είμαι για να σκάσω». Τότε ο ασκητής του λέει: «Εγώ θα σου δώσω ένα γιατρικό να κάνεις παιδί, αλλά θέλω όταν θα γίνει δώδεκα χρονών, να μου το δώσεις να το σπουδάσω και πάλι να σου το φέρω». «Γίνεται», είπε ο βασιλιάς. Τότε ο δράκος βγάζει και του δίνει ένα μήλο και του λέει: «Το μισό να φάει η βασίλισσα και τ’ άλλο μισό να το φάει ο βασιλιάς να κάνει παιδί». Πήρε το μήλο ο βασιλιάς με χαρά και πάει στο παλάτι και λέει στη βασίλισσα: «Μη λυπάσαι τώρα, βασίλισσα» τώρα πια θα κάνουμε κι εμείς ένα παιδί. Αυτό το μήλο μου το ‘δωσε ένας ασκητής και να φάμε από μισό για να κάνουμε παιδί». Τότε πιάνει η βασίλισσα και το κόβει το μήλο και το μισό το δίνει στο βασιλιά και το τρώει και τ’ άλλο το μισό το ‘φαγε εκείνη και γκαστρώθηκε και ήρθε καιρός και γέννησε η βασίλισσα και γέννησε ένα αγόρι. Και το αναθρέψανε και το χαίρονταν. Και όταν γίνηκε έξι-εφτά χρονών το στείλανε στο σχολείο και μάθαινε γράμματα μέχρι που γίνηκε δώδεκα χρονών. Τη μέρα που συμπλήρωσε τα δώδεκα χρόνια, πάει ο δράκος στο παλάτι και γύρεψε από το βασιλιά το παιδί. Και ο βασιλιάς δεν μπόρεσε να μην το δώσει το παιδί. Το πήρε λοιπόν ο δράκος το παιδί και το πήγε σε άλλη χώρα και το ‘βαλε πάλι στο σχολείο και έμαθε τα γράμματα καλά. Και ύστερα ο δράκος το έφτυσε μέσα στο στόμα και του έδωσε δρακοντίσια δύναμη. Και τότε το έφερε πάλι στον πατέρα του το βασιλιά. Του ‘δωσε και ένα μαχαιρούδι και του είπε πως αυτό το μαχαιρούδι ποτέ να μην το βγάζει από πάνω. Και όσο το φορεί κανένα να να μην φοβάται. Και αφού κάθισε κοντά στον πατέρα του κανένα χρόνο, γύρεψε να φύγει πάλι να γυρίσει όλο το βασίλειο. Και πήγε μέσα στο βασιλικό το αχούρι για να διαλέξει ένα άλογο για να καβαλικέψει. Και τα τραβούσε από την ουρά να τα δοκιμάσει, να δει μπορούν να τον σηκώσουν; Και όσα άλογα ήταν μέσα στο αχούρι, όλα τα τράβηξε από την ουρά κι όλα γονατίσανε. Και το λέει του πατέρα του ότι κανένα άλογο δεν υπάρχει που να μπορεί να τον σηκώσει και θάμαξε ο βασιλιάς. Μια μέρα λοιπόν, κει που σεριάνιζε μέσα στους παχτσέδες (κήπους) βλέπει έναν παχτσέ κι είχανε στο μαγγανοπήγαδο δεμένη μια παλιοφοράδα και κατά πόδι της πήγαινε ένα πουλάρι ως έξι μηνών.
Πηγαίνει στον παχτσεβάνη (κηπουρό) και του λέει: «Δε μου το πουλάς εμένα αυτό το πουλάρι;» «Σου του πουλώ», είπε ο παχτσεβάνης. Και κάνανε τη συμφωνία και το πήρε κείνο το πουλάρι το βασιλόπουλο, γιατί το γνώρισε πως κείνο το πουλάρι ήτανε από γοργόνα. Είχε έρθει σε επαφή η παλαιοφοράδα με γοργόνα αρσενικιά και δεν το ‘ξερε ο παχτσεβάνης. Το βασιλόπουλο έβαλε και έναν άνθρωπο για να προσέχει μόνο αυτό το πουλάρι όσο να μεγαλώσει, να μπορεί να το καβαλικέψει. Έξω από το βασιλικό το παλάτι ήτανε μια μεγάλη πέτρα, που δεν μπορούσαν να την σηκώσουν εκατό νοματαίοι. Και κάθε πουρνό το βασιλόπουλο, για να γυμνάζεται, πήγαινε και τη σήκωνε και την έβαζε παρακάθι κι έλεγε: «Α, τώρα ίσιωσαν λίγο τα κόκαλά μου». Ο βασιλιάς την είδε μια μέρα την πέτρα μετατοπισμένη αλλά δεν την περιεργάστηκε τόσο. Άλλη μέρα πάλι την είδε σε άλλο μέρος και ρώτησε τους δούλους και του είπε μια δούλα πως κάθε πουρνό σηκώνεται το βασιλόπουλο απ’ τον ύπνο και αφού νιφτεί και χτενιστεί, πηγαίνει και τη σηκώνει αυτή την πέτρα και τη μετατοπίζει και λέει: «Α, τώρα ίσιωσαν κομμάτι τα κόκαλά μου». Παραφύλαξε λοιπόν ο βασιλιάς ένα πουρνό και τον είδε πως τη σήκωσε και θάμαξε και το ‘νιωσε πως ο γιος του είναι δρακοφορεμένος. Όταν μεγάλωσε το πουλάρι, το καβαλίκεψε και πάει να γυρίσει το βασίλειο να δει κόσμο. Εκεί που πήγαινε, τον πιάνει μια φουρτούνα που ξερίζωνε τα δέντρα. Κι αυτή την ώρα πέφτει ένα παλικάρι από τον ουρανό και λέει στο βασιλόπουλο: «Ώρα καλή, αδερφέ». «Πολλά τα έτη», απολογήθηκε το βασιλόπουλο. «Πού πηγαίνεις;» το ρωτά. «Πηγαίνω να δω κόσμο», είπε το βασιλόπουλο. «Ας πάμε μαζί», είπε το παλικάρι. «Ας πάμε», είπε το βασιλόπουλο και γινήκανε σταυραδέρφια και πήρανε το δρόμο μαζί και πηγαίνανε. Και κει που πηγαίνανε, βρήκαν έναν πύργο κι έξω από τον πύργο μια βρύση. Και καθίσανε εκεί στη βρύση να ξεκουραστούν, να φάνε και κομμάτι ψωμί. Και κει που τρώγανε, κατέβηκε μια δούλα από τον πύργο να πάρει ένα τάσι νερό, να πάει στην κοκκώνα της να πιει, και γυρέψανε το τάσι να πιούνε νερό κι η δούλα είπε: «Δεν ταιριάζουνε τα δικά σας τα χείλια να πιουν νερό με της κοκκώνας μου το τάσι». «Πρε!», είπε το βασιλόπουλο, «καλύτερη είναι η κοκκώνα σου από μας;» Και πετιέται απάνω και αρπάζει το τάσι και το γεμίζει νερό και το δίνει στο σταυραδερφό του και πίνει κι ύστερα πίνει και κείνος και το έδωσε το τάσι στη δούλα. Και κείνη το γέμισε και το πάει επάνω στην κοκκώνα της, και είπε πως κάτω στη βρύση είναι δυο παλικάρια και της γυρέψανε το τάσι να πιούνε νερό και κείνη δεν το ‘δωσε και τ’ αρπάξανε απ’ τα χέρια της και ήπιανε. Και τη μάλωσε η κοκκώνα της, γιατί να μην τους δώσει το τάσι να πιουν νερό. Και την έστειλε και πήγε και τους είπε να πάνε επάνω στον πύργο. Και όταν πήγανε, τους καλοδέχτηκε και τους έβαλε τραπέζι και φάγανε. Φάγανε δε φάγανε, βλέπουν κι ανεβαίνει στον πύργο ο ασκητής, ο ψυχοπατέρας του βασιλόπουλου και βαστούσε μια κληματσίδα στο χέρι και πιάνει και στεφανώνει το παλικάρι με τη βασιλοπούλα και κουμπάρος γίνηκε το βασιλόπουλο. Κι ύστερα έφυγε ο ασκητής. Τη δεύτερη τη μέρα ετοιμάστηκε και το βασιλόπουλο να φύγει και βγάζει το δαχτυλίδι του και το δίνει στο σταυραδερφό του και του λέει: «Βάλ’ το αυτό στο χέρι σου και όποτε σε σφίξει, να ξέρεις πως πέθανα και να έρθεις να με βρεις». Ύστερα αποχαιρετηθήκανε και έφυγε το βασιλόπουλο. Στο δρόμο που πήγαινε, πήρε πάλι μια φουρτούνα μεγάλη κι έπεσε πάλι από τον ουρανό ένα παλικάρι, και χαιρετηθήκανε και γινήκανε σταυραδέρφια και πηγαίνανε. Και στο δρόμο που πηγαίνανε, βρήκανε ένα πύργο πάλι και έναν τσεσμέ (βρύση), καθίσανε στον τσεσμέ και κατέβηκε η δούλα να πάρει νερό με το τάσι. Γύρεψαν να πιούνε νερό, δεν τους έδωσε το τάσι η δούλα, το άρπαξε το βασιλόπουλο και ήπιανε’ το είπε η δούλα της κοκκώνας της και τους προσκάλεσελέει στο βασιλόπουλο: «Ώρα καλή, αδερφέ». «Πολλά τα έτη», απολογήθηκε το βασιλόπουλο. «Πού πηγαίνεις;» το ρωτά. «Πηγαίνω να δω κόσμο», είπε το βασιλόπουλο. «Ας πάμε μαζί», είπε το παλικάρι. «Ας πάμε», είπε το βασιλόπουλο και γινήκανε σταυραδέρφια και πήρανε το δρόμο μαζί και πηγαίνανε. Και κει που πηγαίνανε, βρήκαν έναν πύργο κι έξω από τον πύργο μια βρύση. Και καθίσανε εκεί στη βρύση να ξεκουραστούν, να φάνε και κομμάτι ψωμί. Και κει που τρώγανε, κατέβηκε μια δούλα από τον πύργο να πάρει ένα τάσι νερό, να πάει στην κοκκώνα της να πιει, και γυρέψανε το τάσι να πιούνε νερό κι η δούλα είπε: «Δεν ταιριάζουνε τα δικά σας τα χείλια να πιουν νερό με της κοκκώνας μου το τάσι». «Πρε!», είπε το βασιλόπουλο, «καλύτερη είναι η κοκκώνα σου από μας;» Και πετιέται απάνω και αρπάζει το τάσι και το γεμίζει νερό και το δίνει στο σταυραδερφό του και πίνει κι ύστερα πίνει και κείνος και το έδωσε το τάσι στη δούλα. Και κείνη το γέμισε και το πάει επάνω στην κοκκώνα της, και είπε πως κάτω στη βρύση είναι δυο παλικάρια και της γυρέψανε το τάσι να πιούνε νερό και κείνη δεν το ‘δωσε και τ’ αρπάξανε απ’ τα χέρια της και ήπιανε. Και τη μάλωσε η κοκκώνα της, γιατί να μην τους δώσει το τάσι να πιουν νερό. Και την έστειλε και πήγε και τους είπε να πάνε επάνω στον πύργο. Και όταν πήγανε, τους καλοδέχτηκε και τους έβαλε τραπέζι και φάγανε. Φάγανε δε φάγανε, βλέπουν κι ανεβαίνει στον πύργο ο ασκητής, ο ψυχοπατέρας του βασιλόπουλου και βαστούσε μια κληματσίδα στο χέρι και πιάνει και στεφανώνει το παλικάρι με τη βασιλοπούλα και κουμπάρος γίνηκε το βασιλόπουλο. Κι ύστερα έφυγε ο ασκητής. Τη δεύτερη τη μέρα ετοιμάστηκε και το βασιλόπουλο να φύγει και βγάζει το δαχτυλίδι του και το δίνει στο σταυραδερφό του και του λέει: «Βάλ’ το αυτό στο χέρι σου και όποτε σε σφίξει, να ξέρεις πως πέθανα και να έρθεις να με βρεις». Ύστερα αποχαιρετηθήκανε και έφυγε το βασιλόπουλο. Στο δρόμο που πήγαινε, πήρε πάλι μια φουρτούνα μεγάλη κι έπεσε πάλι από τον ουρανό ένα παλικάρι, και χαιρετηθήκανε και γινήκανε σταυραδέρφια και πηγαίνανε. Και στο δρόμο που πηγαίνανε, βρήκανε ένα πύργο πάλι και έναν τσεσμέ (βρύση), καθίσανε στον τσεσμέ και κατέβηκε η δούλα να πάρει νερό με το τάσι. Γύρεψαν να πιούνε νερό, δεν τους έδωσε το τάσι η δούλα, το άρπαξε το βασιλόπουλο και ήπιανε’ το είπε η δούλα της κοκκώνας της και τους προσκάλεσε επάνω στον πύργο και τους έβαλε τραπέζι και φάγανε. Πρόφτασε πάλι ο ασκητής με μια κληματσίδα στο χέρι και τη βάζει την κληματσίδα και στεφανώνει το παλικάρι με την κοκκώνα του πύργου και κουμπάρος γίνηκε το βασιλόπουλο. Κι ύστερα έφυγε ο ασκητής. Τη δεύτερη τη μέρα πάλι το βασιλόπουλο πιάνει και μπήγει το σπαθί του απ’ τη μύτη στο ταβάνι και λέει στο σταυραδερφό του πως σαν πέσει μοναχό του το σπαθί, να ξέρει πως είναι πεθαμένος και να πάει να τον βρει. Καβαλίκεψε πάλι το γοργονούδι του και πάει. Και περπατούσε μέσα στα βουνά. Εκεί βρήκε έναν πύργο και σ’ αυτόν τον πύργο καθότανε η Έμορφη του Κόσμου. Κι έδεσε κάτω στο αχούρι το γοργονούδι του κι αυτός πάει επάνω. Μόλις τον είδε η Έμορφη τον καλοδέχτηκε και τον ρώτησε πώς ήταν και πήγαινε σ’ εκείνα τα μέρη; Και το βασιλόπουλο είπε: «Για σένα ήρθα για να σε πάρω». «Καλά», είπε η Έμορφη, «κι εγώ σε παίρνω, αλλά βλέπεις εκείνο τον πύργο εκεί; Τον έχω φτιαγμένο όλον με ανθρώπινα κεφάλια και κόκαλα, γιατί πολλά βασιλόπουλα σαν εσένα ήρθανε για να με πάρουνε και δεν μπορέσανε. Και γω τα έσφαζα κι έκανα αυτόν τον πύργο. Λοιπόν αύριο θα παλέψουμε. Κι αν με νικήσεις, θα με πάρεις, κι αν σε νικήσω, θα σε σφάξω και θα πάρω και το δικό σου το κεφάλι και τα κόκαλά σου να τα βάλω εκεί στον πύργο». «Γίνεται», είπε το βασιλόπουλο. Το πουρνό λοιπόν ήρθε η ώρα να παλέψουνε. Και πιαστήκανε στο πάλεμα. Πιάνει η Έμορφη το βασιλόπουλο και το σηκώνει και το χτυπά μία κατά γης και μπήκε το βασιλόπουλο μέσα στη γης ως τους αστράγαλους. Πάει πάλι να το πιάσει η Έμορφη το βασιλόπουλο και την πιάνει αυτό και την τινάζει, μπήκε ως τη μέση’ ύστερα κι αυτή χύνεται, τον πιάνει και τον χτυπά μια κατά γης και μπαίνει κι αυτός ως τη μέση. Τότε φωνάζει το βασιλόπουλο: «Τώρα σε θέλω, μαχαιρούδι μου». Αυτό είπε κι ευθύς βρέθηκε έξω από τη γης’ κι αρπάζει την Όμορφη και την χτυπά κάτω και μπήκε ως τα στήθη. Τότες είπε κείνη: «Ε, τώρα πια με νίκησες. Είμαι δική σου και συ δικός μου». Και πήγαν απάνω στον πύργο και φάγανε και χαρήκανε. Και τη νύχτα πλαγιάσανε μαζί. Το βασιλόπουλο όμως έβαζε ανάμεσά τους ένα προσκέφαλο. Και ρώτησε η Έμορφη: «Εμ, γιατί το βάζεις αυτό; Τώρα είμαστε το ένα». «Έχουμε καιρό», είπε το βασιλόπουλο, «για να γίνουμε το ένα». Έμαθε ένας γέρος βασιλιάς πως την Έμορφη του Κόσμου την πήρε πια ένα βασιλόπουλο και θέλησε να την πάρει αυτός απ’ τα χέρια του βασιλόπουλου. Γιατί του είχε πει ένας μάγος ότι, άμα κοιμηθεί με αυτήνβάζει την κληματσίδα και στεφανώνει το παλικάρι με την κοκκώνα του πύργου και κουμπάρος γίνηκε το βασιλόπουλο. Κι ύστερα έφυγε ο ασκητής. Τη δεύτερη τη μέρα πάλι το βασιλόπουλο πιάνει και μπήγει το σπαθί του απ’ τη μύτη στο ταβάνι και λέει στο σταυραδερφό του πως σαν πέσει μοναχό του το σπαθί, να ξέρει πως είναι πεθαμένος και να πάει να τον βρει. Καβαλίκεψε πάλι το γοργονούδι του και πάει. Και περπατούσε μέσα στα βουνά. Εκεί βρήκε έναν πύργο και σ’ αυτόν τον πύργο καθότανε η Έμορφη του Κόσμου. Κι έδεσε κάτω στο αχούρι το γοργονούδι του κι αυτός πάει επάνω. Μόλις τον είδε η Έμορφη τον καλοδέχτηκε και τον ρώτησε πώς ήταν και πήγαινε σ’ εκείνα τα μέρη; Και το βασιλόπουλο είπε: «Για σένα ήρθα για να σε πάρω». «Καλά», είπε η Έμορφη, «κι εγώ σε παίρνω, αλλά βλέπεις εκείνο τον πύργο εκεί; Τον έχω φτιαγμένο όλον με ανθρώπινα κεφάλια και κόκαλα, γιατί πολλά βασιλόπουλα σαν εσένα ήρθανε για να με πάρουνε και δεν μπορέσανε. Και γω τα έσφαζα κι έκανα αυτόν τον πύργο. Λοιπόν αύριο θα παλέψουμε. Κι αν με νικήσεις, θα με πάρεις, κι αν σε νικήσω, θα σε σφάξω και θα πάρω και το δικό σου το κεφάλι και τα κόκαλά σου να τα βάλω εκεί στον πύργο». «Γίνεται», είπε το βασιλόπουλο. Το πουρνό λοιπόν ήρθε η ώρα να παλέψουνε. Και πιαστήκανε στο πάλεμα. Πιάνει η Έμορφη το βασιλόπουλο και το σηκώνει και το χτυπά μία κατά γης και μπήκε το βασιλόπουλο μέσα στη γης ως τους αστράγαλους. Πάει πάλι να το πιάσει η Έμορφη το βασιλόπουλο και την πιάνει αυτό και την τινάζει, μπήκε ως τη μέση’ ύστερα κι αυτή χύνεται, τον πιάνει και τον χτυπά μια κατά γης και μπαίνει κι αυτός ως τη μέση. Τότε φωνάζει το βασιλόπουλο: «Τώρα σε θέλω, μαχαιρούδι μου». Αυτό είπε κι ευθύς βρέθηκε έξω από τη γης’ κι αρπάζει την Όμορφη και την χτυπά κάτω και μπήκε ως τα στήθη. Τότες είπε κείνη: «Ε, τώρα πια με νίκησες. Είμαι δική σου και συ δικός μου». Και πήγαν απάνω στον πύργο και φάγανε και χαρήκανε. Και τη νύχτα πλαγιάσανε μαζί. Το βασιλόπουλο όμως έβαζε ανάμεσά τους ένα προσκέφαλο. Και ρώτησε η Έμορφη: «Εμ, γιατί το βάζεις αυτό; Τώρα είμαστε το ένα». «Έχουμε καιρό», είπε το βασιλόπουλο, «για να γίνουμε το ένα». Έμαθε ένας γέρος βασιλιάς πως την Έμορφη του Κόσμου την πήρε πια ένα βασιλόπουλο και θέλησε να την πάρει αυτός απ’ τα χέρια του βασιλόπουλου. Γιατί του είχε πει ένας μάγος ότι, άμα κοιμηθεί με αυτήν την Όμορφη, θα σηκωθεί το πουρνό είκοσι πέντε χρονών παλικάρι. Έστειλε στρατεύματα να την πάρει, δεν μπορέσανε. Γιατί όσο είχε το μαχαιρούδι του το βασιλόπουλο, ήταν ανίκητο. Τότε στέλνει ο βασιλιάς μια γριά για να μπορέσει να γελάσει την Έμορφη, να την πάρει να φύγουνε. Την πήγανε λοιπόν στρατεύματα τη γριά ως εκείνο το μέρος, και κείνα κρυφτήκανε. Κι η γριά λοιπόν άρχισε να κλαίει έξω από τον πύργο κι έκανε πως είχε ένα γιο και πήγε εκεί να για να πάρει την Έμορφη και τονέ σκότωσε. Τη νύχτα ακούσανε τα κλάματα της γριάς το βασιλόπουλο και η Έμορφη και την παρηγορούσανε. Ήρθε η ώρα να πλαγιάσουνε. Είπανε στη γριά να πάει σε μιαν άλλη κάμαρα να πλαγιάσει και είπε: «Όχι, παιδιά μου, το παιδί μου να ‘ναι σκοτωμένο εδώ, κι εγώ να πλαγιάζω στα μαλακά, δεν το πάει η ψυχή μου. Να, εδώ που κάθομαι, θα ζαρώσω ως το πουρνό». Την αφήσανε λοιπόν κι έμεινε. Τη δεύτερη τη μέρα έμαθε από την Όμορφη πως η ανδρεία του ήτανε σε ένα μαχαιρούδι. Το βράδυ λοιπόν το βασιλόπουλο, όποτε ήθελε να πλαγιάσει, έβγαζε το μαχαιρούδι από το ζωνάρι του, και το έβαζε από κάτω από το προσκέφαλο του. Τα μεσάνυχτα σηκώνεται η μπαμπόγρια και αγάλια αγάλια απλώνει, παίρνει το μαχαιρούδι και κατεβαίνει κάτω από τον πύργο και έδωσε είδηση στα στρατεύματα και πήγανε και πήρανε την Έμορφη και την πάνε στον βασιλιά. Και ο βασιλιάς θέλησε ευθύς να την στεφανωθεί, γιατί βιαζότανε να γίνει είκοσι πέντε χρονών παλικάρι. Η Έμορφη όμως γύρεψε σαράντα μέρες διορία, με την ελπίδα πως θα πάει το βασιλόπουλο να τη λευτερώσει. Η γριά, όταν πήρε το μαχαιρούδι, το έριξε μέσα στη θάλασσα. Τότε έσφιξε το δαχτυλίδι το δάχτυλο του σταυραδερφού του και το σπαθί έπεσε από κει που ήτανε μπηγμένο. Ο πρώτος που ‘χε το δαχτυλίδι πήρε αθάνατο νερό μαζί του. Kαι είχε την αξία να βάζει τ’ αυτί του κατά γης, ν’ ακούει τι γίνεται σ’ όλη τη γης την οικουμένη. Έβαλε λοιπόν τ’ αυτί του κατά γης και άκουσε πως έχει το βασιλόπουλο έναν άλλον σταυραδερφό και του άφησε το σπαθί του και πως ρίξανε το μαχαιρούδι μέσα στη θάλασσα και πήρανε τη γυναίκα του και κείνος είναι πεθαμένος στο κρεβάτι του.
Παίρνει λοιπόν τ’ αθάνατο το νερό και πηγαίνει και βρίσκει τον άλλον το σταυραδερφό. Aυτός πάλι ήξερε τη γλώσσα των ψαριών και τον ακούγανε σε o, τι τους έλεγε. Σηκώνονται λοιπόν και πηγαίνουνε εκεί στον πύργο και βρίσκουνε το σταυραδερφό τους και κοιμότανε στο κρεβάτι του τον αξύπνητο. Τότε του έχυσε το αθάνατο νερό ο σταυραδερφός του και αναστήθηκε και ξύπνησε και είπε: «Τι βαθιά κοιμόμουνα!» «Δεν κοιμόσουνα, μόνο ήσουνα πεθαμένος». Τότε γύρεψε το μαχαιρούδι του, πού ‘ν ‘το; Τότε του είπανε: «Το μαχαιρούδι σου είναι μέσα στη θάλασσα και τη γυναίκα σου την πήρε άλλος βασιλιάς». «Εμ, τώρα;» ρώτησε το βασιλόπουλο με τα δάκρυα. «Μη λυπάσαι», του λέει ο άλλος σταυραδερφός του, «τώρα εγώ σου φέρνω το μαχαιρούδι σου. Σεις καθίστε εδώ». Και φεύγει και πηγαίνει στη θάλασσα και φωνάζει όλα τα ψάρια και τα ρωτά: «Δεν είδατε κανένα μαχαιρούδι να πέφτει μέσα στη θάλασσα;» Όλα τα ψάρια στεκότανε και συλλογίζονταν. Και κει που συλλογίζονταν, βλέπουνε κι έρχεται και κείνο απ’ τα μακριά. Και το ρωτήσανε τ’ άλλα τα ψάρια, και είπε: «Α, εγώ το είδα κείνο το μαχαιρούδι την ώρα που ‘πεφτε. Εκείνη την ώρα κοιμόταν ένας γεροσάζανος με το στόμα του ανοιχτό κι έπεσε μέσα στο στόμα του ίσια. Και τώρα πάλι πέρασα και τον βρήκα και κοιμότανε. Τώρα να πάω να το φέρω». Γυρίζει το ψαρούδι μάνι μάνι και πηγαίνει και βρίσκει το σάζανο και, καθώς είχε το στόμα του ανοιχτό, χώνεται μέσα στην κοιλιά και παίρνει το μαχαιρούδι και το πάει. Το παίρνει το παλικάρι το μαχαιρούδι και το πάει στο βασιλόπουλο. Αυτό άμα είδε το μαχαιρούδι του, πέταξε από τη χαρά του. Κείνο το βράδυ απομείνανε στον πύργο, φάγανε, ήπιανε και χαρήκανε και πλαγιάσανε. Το πουρνό είπε το βασιλόπουλο: «Ε, αδέρφια, σας ευχαριστώ για τη χάρη που μου κάνατε. Α να πάτε τώρα να ησυχάσετε κι εγώ θα πάω να βρω τη γυναίκα μου». Και αφού ο ένας ο σταυραδερφός του έβαλε τ’ αυτί του κατά γης κι έμαθε πού βρίσκεται η γυναίκα και πως τον περιμένει να πάει, αγκαλιαστήκανε και φιληθήκανε και χωρίσανε. Και τα δυο τα σταυραδέρφια του γυρίσανε το καθένα στον πύργο του. Ανέβηκε και το βασιλόπουλο στη γοργόνα του και πηγαίνει σ’ εκείνη τη χώρα που ‘τανε η γυναίκα του και πάει σε μιας γριάς το σπίτι κι έκανε κονάκι (κατέλυσε). Το πουρνό λέει στη γριά: «Να σηκωθείς να πας στο βασιλικό το παλάτι που κάθεται η ξένη η βασίλισσα και να της πεις: «Ο άνδρας σου ήρθε. Τον θέλεις; Για να κάνει όλη τη χώρα και τον κόσμο αχλιά (στάχτη);» Σηκώνεται η γριά, πηγαίνει στο παλάτι που καθότανε η Έμορφη και βρίσκει τρόπο και πηγαίνει κοντά της και της λέει κρυφά: «Ο άνδρας σου ήρθε. Τον θέλεις πάλι ή θα αφανίσει τη χώρα και τους ανθρώπους μαζί;» «Τι θα πει τονέ θέλω;» είπε η Έμορφη. «Εγώ τον περιμένω τόσον καιρό. Τώρα που ‘ρθε, θα πω στο βασιλιά να αρχίσει τη χαρά. Και συ τον άνδρα μου, να του φορέσεις γυναικείαΤότε γύρεψε το μαχαιρούδι του, πού ‘ν ‘το; Τότε του είπανε: «Το μαχαιρούδι σου είναι μέσα στη θάλασσα και τη γυναίκα σου την πήρε άλλος βασιλιάς». «Εμ, τώρα;» ρώτησε το βασιλόπουλο με τα δάκρυα. «Μη λυπάσαι», του λέει ο άλλος σταυραδερφός του, «τώρα εγώ σου φέρνω το μαχαιρούδι σου. Σεις καθίστε εδώ». Και φεύγει και πηγαίνει στη θάλασσα και φωνάζει όλα τα ψάρια και τα ρωτά: «Δεν είδατε κανένα μαχαιρούδι να πέφτει μέσα στη θάλασσα;» Όλα τα ψάρια στεκότανε και συλλογίζονταν. Και κει που συλλογίζονταν, βλέπουνε κι έρχεται και κείνο απ’ τα μακριά. Και το ρωτήσανε τ’ άλλα τα ψάρια, και είπε: «Α, εγώ το είδα κείνο το μαχαιρούδι την ώρα που ‘πεφτε. Εκείνη την ώρα κοιμόταν ένας γεροσάζανος με το στόμα του ανοιχτό κι έπεσε μέσα στο στόμα του ίσια. Και τώρα πάλι πέρασα και τον βρήκα και κοιμότανε. Τώρα να πάω να το φέρω». Γυρίζει το ψαρούδι μάνι μάνι και πηγαίνει και βρίσκει το σάζανο και, καθώς είχε το στόμα του ανοιχτό, χώνεται μέσα στην κοιλιά και παίρνει το μαχαιρούδι και το πάει. Το παίρνει το παλικάρι το μαχαιρούδι και το πάει στο βασιλόπουλο. Αυτό άμα είδε το μαχαιρούδι του, πέταξε από τη χαρά του. Κείνο το βράδυ απομείνανε στον πύργο, φάγανε, ήπιανε και χαρήκανε και πλαγιάσανε. Το πουρνό είπε το βασιλόπουλο: «Ε, αδέρφια, σας ευχαριστώ για τη χάρη που μου κάνατε. Α να πάτε τώρα να ησυχάσετε κι εγώ θα πάω να βρω τη γυναίκα μου». Και αφού ο ένας ο σταυραδερφός του έβαλε τ’ αυτί του κατά γης κι έμαθε πού βρίσκεται η γυναίκα και πως τον περιμένει να πάει, αγκαλιαστήκανε και φιληθήκανε και χωρίσανε. Και τα δυο τα σταυραδέρφια του γυρίσανε το καθένα στον πύργο του. Ανέβηκε και το βασιλόπουλο στη γοργόνα του και πηγαίνει σ’ εκείνη τη χώρα που ‘τανε η γυναίκα του και πάει σε μιας γριάς το σπίτι κι έκανε κονάκι (κατέλυσε). Το πουρνό λέει στη γριά: «Να σηκωθείς να πας στο βασιλικό το παλάτι που κάθεται η ξένη η βασίλισσα και να της πεις: «Ο άνδρας σου ήρθε. Τον θέλεις; Για να κάνει όλη τη χώρα και τον κόσμο αχλιά (στάχτη);» Σηκώνεται η γριά, πηγαίνει στο παλάτι που καθότανε η Έμορφη και βρίσκει τρόπο και πηγαίνει κοντά της και της λέει κρυφά: «Ο άνδρας σου ήρθε. Τον θέλεις πάλι ή θα αφανίσει τη χώρα και τους ανθρώπους μαζί;» «Τι θα πει τονέ θέλω;» είπε η Έμορφη. «Εγώ τον περιμένω τόσον καιρό. Τώρα που ‘ρθε, θα πω στο βασιλιά να αρχίσει τη χαρά. Και συ τον άνδρα μου, να του φορέσεις γυναικεία φορέματα, να κάνεις πως και καλά είναι θυγατέρα σου. Και ‘γώ θα στείλω την καλέστρια να την προσκαλέσει στο γάμο. Κι όταν θα ‘ρθει, ξέρουμε τι θα κάνουμε». Πήγε η γριά, τα ‘πε αυτά τα λόγια στο βασιλόπουλο και χάρηκε. Κι η Έμορφη μήνυσε του βασιλιά πως την Κυριακή να προστάξει να ετοιμάσουνε για να γίνει η χαρά. Ετοιμαστήκανε λοιπόν για τη χαρά, στείλανε την καλέστρια και προσκάλεσε στο γάμο, πήγε προσκάλεσε και της γριάς τη θυγατέρα. Σηκώνεται λοιπόν αυτή την Κυριακή και στολίζει το βασιλόπουλο καλά καλά και το κάνει ένα κορίτσι, και το παίρνει και πάνε στη χαρά. Άμα τον είδε η Έμορφη, τον γνώρισε και τον πήρε μέσα και τον έκρυψε από κάτω από το κρεβάτι που θα κοιμηθούνε το βράδυ. Αφού λοιπόν τελείωσε η χαρά και έφυγε ο κόσμος ο προσκαλεσμένος, πήγε ο γαμπρός και πλάγιασε στο κρεβάτι και περίμενε και τη νύφη να πλαγιάσει για να γίνει είκοσι πέντε χρονών. Τότε βγαίνει το βασιλόπουλο και του παίρνει το κεφάλι του με το μαχαιρούδι. Και πλαγιάσανε αυτός με τη γυναίκα του’ αλλά ανάμεσα έβαλε πάλι ένα προσκέφαλο. «Ως πότε θα το βάζεις αυτό το προσκέφαλο;» «Έχει καιρό ακόμα», είπε το βασιλόπουλο και πλάγιασε. Το πουρνό όταν σηκώθηκε, τον είδαν οι άνθρωποι του παλατιού και θαμάξανε πως ο γέρος ο βασιλιάς γίνηκε είκοσι πέντε χρονών παλικάρι.
Τότε βλέπει πάλι τον ασκητή κι έρχεται με μια κληματσίδα στο χέρι και στεφανώνει το βασιλόπουλο με την Έμορφη του Κόσμου’ και το βράδυ πλαγιάσανε πια μαζί και δεν έβαζε πια προσκέφαλο ανάμεσα. Υστερα έφυγε ο ασκητής και το βασιλόπουλο έμεινε εκεί και βασίλεψε.
Το παραπάνω παραμύθι ανήκει στην κατηγορία των θρακικών παραμυθιών. Τα παραμύθια λέγονταν στη Θράκη σε διάφορες περιστάσεις. Οι γυναίκες αφηγούνταν παραμύθια όταν νυχτέρευαν, όταν δούλευαν στο λανάρισμα των μαλλιών, στο τρίψιμο του καλαμποκιού κλπ. Οι μυλωνάδες έλεγαν μυλωνάδικα παραμύθια όταν πήγαιναν οι χωρικοί να αλέσουν το σιτάρι στους νερόμυλους και περίμεναν τη σειρά τους. Οι τσομπάνηδες στα καλύβια τους, οι κυνηγοί, οι τσαγκάρηδες έλεγαν συχνά παραμύθια τολμηρά για να γελάσουν. Η αξία του παραμυθά κρίνονταν συχνά από το πόσο πολύ μπορούσαν να διαρκέσουν τα παραμύθια του. Οι άντρες στα καφενεία μερικές φορές έλεγαν παραμύθια που διαρκούσαν πολλές βραδιές.

Θεματολογία και μοτίβα των θρακικών παραμυθιών

Το θρακικό παραμύθι αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της λαϊκής παράδοσης που έχει διαμορφωθεί στον ελλαδικό χώρο. Μέσα στα παραμύθια των Θρακών συνυπάρχουν ετερόκλητα και συχνά αλληλοαναιρούμενα στοιχεία, τόσο στη μορφή όσο και στα νοήματα: η άμεση, λιτή έκφραση και τα πληθωρικά καλολογικά στοιχεία, η κλιμακούμενη ένταση του ρυθμού αφήγησης που διαδέχεται τη χαλάρωση του ακροατή, η αντικρουόμενη δυϊκή σχέση του έρωτα και του θανάτου.

Στα εξωτερικά τους χαρακτηριστικά τα θρακικά παραμύθια προσομοιάζουν σε πολύ μεγάλο βαθμό με τα υπόλοιπα ελληνικά:

1. Δημιουργήθηκαν από ανώνυμους «παραμυθάδες», διαδόθηκαν αποκλειστικά σχεδόν μέσω του προφορικού λόγου και με το πέρασμα του χρόνου οι μύθοι εμπλουτίζονταν, παραλλάσσονταν και αναπλάθονταν.
2. Οι ήρωες των θρακικών παραμυθιών εμπίπτουν στο τρίπτυχο φύση – ζώα – άνθρωπος, με κυρίαρχες όμως τις υπερφυσικές οντότητες και τα μαγικά άψυχα αντικείμενα.
3. Επιτελούν αναμφισβήτητο παιδαγωγικό ρόλο για άτομα κάθε ηλικίας, κυρίως όμως για τα παιδιά.
4. Αποδεσμεύονται από τα στεγανά του καθημερινού βίου και από τους όρους και τους νόμους της συμβατικής ανθρώπινης κοινωνίας. Οτιδήποτε βάλει στο νου του ο αφηγητής μπορεί να συμβείφορές έλεγαν παραμύθια που διαρκούσαν πολλές βραδιές.
5. Εσωκλείουν τη συνείδηση και τις αξίες του ελληνικού λαού, εκπεφρασμένες με τρόπο κατ’ εξοχήν άμεσο και εύληπτο.

Ο χρόνος της δράσης είναι παρελθοντικός αλλά και ακαθόριστος, ο χώρος φανταστικός και μαγικός αλλά παρόμοιος με τον πραγματικό. Τα περισσότερα μαγικά παραμύθια αφορούν υπερφυσικά πλάσματα όπως δράκους, νεράιδες, στοιχειά, τελώνια, μάγισσες. Εκεί τίποτα δεν είναι αδύνατο: από ένα καρύδι βγαίνει μια χρυσή ανέμη, με το κάψιμο μιας τρίχας έρχεται η βοήθεια μιας νεράιδας, μια κότα γεννάει χρυσά αυγά.

Οι δράκοι είναι χειροδύναμοι και πανύψηλοι. Αλλάζουν την όψη τους και γίνονται ό,τι ζώο θέλουν. Κάνουν τη στεριά θάλασσα και τη θάλασσα στεριά, με το ένα παπούτσι πατούνε στο ένα βουνό και με το άλλο παπούτσι στο άλλο. Με το περπάτημά τους σειούνται τα βουνά κι η γης τρέμει. Βάζουν το αφτί τους στη γη κι ακούνε τι γίνεται σε όλο τον κόσμο. Κατοικούνε σε ολόχρυσα παλάτια με κάμαρες γεμάτες χρυσάφι. Αυτοί φυλάνε κάθε τι πολύτιμο: το αθάνατο νερό που ζωντανεύει τους πεθαμένους, την πεντάμορφη, τα λεμόνια της λεμονιάς που το κάθε λεμόνι της είναι και μια όμορφη κοπέλα. Οι δράκοι τρώνε ανθρώπινο κρέας και καταλαβαίνουν τον άνθρωπο από τη μυρωδιά ακόμα και κρυμμένο. Όταν όμως ορκίζονται να μην τον πειράξουν όχι μόνο δεν τον πειράζουν αλλά τον περιποιούνται και στον συμβουλεύουν για να πετύχει αυτό που θέλει.
Σύνηθες είναι το μοτίβο του ζευγαριού που δεν μπορεί να τεκνοποιήσει, όπως φαίνεται και στο παραπάνω παραμύθι, γι’ αυτό εκλιπαρεί θεϊκές δυνάμεις (άλλοτε χριστιανικές – το Θεό, και άλλοτε παγανιστικές – π.χ. τη Θάλασσα) να τους προσφέρουν γονιμότητα. Ζητούν να κάνουν παιδί, όποια και να είναι η μορφή του: «…ας είναι και δάφνη ή δαφνοκούκουτσο». Τελικά το παιδί γεννιέται με μορφή ζώου ή φυτού. Όταν φτάσει σε κάποια ηλικία, γνωρίζει κάποιον που το ερωτεύεται και λύνει τα «ξόρκια», δίνοντας έτσι στο παιδί μόνιμη ανθρώπινη μορφή. Η. βοήθεια «από μηχανής Θεών» είναι αναμενόμενη: Όταν ο ήρωας βρίσκεται σε απόγνωση και όταν έχει εξαντλήσει κάθε δυνατό μέσο αλλά δεν πετυχαίνει το σκοπό του, θα τύχει υπεράνθρωπης ή ακόμα και θεϊκής συνδρομής, συνήθως ως ανταμοιβή για την καλοσύνη του. Έτσι, η ίδια η θάλασσα προσωποποιείται και προσφέρει στη γυναίκα του ψαρά το μήλο που θα την κάνει να πιάσει παιδί, τα πουλιά θα συμβουλεύσουν την κόρη για το πώς να φτιάξει το γιατρικό για τον αγαπημένο της που κανένας γιατρός δεν έχει καταφέρει να θεραπεύσει, ενώ το γουδί βγάζει ανθρώπινη λαλιά και αναφέρει την ύπαρξη «εισβολέα» στο σπίτι της Δράκαινας.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s