Μάνος Χατζηδάκις, Ραλλού Μάνου και το καταραμένο φίδι

Ο Καραγκιόζης επηρέασε το θέατρο, τα γράμματα και τις τέχνες στην Ελλάδα, ιδιαίτερα τον 20ο αιώνα. Επηρέασε και ενέπνευσε αρκετούς καλλιτέχνες, όπως τον Μάνο Χατζηδάκι και τη Ραλλού Μάνου.

Ο Καραγκιόζης είναι ένας γνήσιος θεατρικός εκπρόσωπος της λαϊκής ψυχής, των λαϊκών τάσεων και διαθέσεων, των λαϊκών πόθων και επιθυμιών. Με πολλή κομψότητα, με πολλή διακριτικότητα αλλά και με αρκετή, ενίοτε, δύναμη. Με αυτή τη συνήθεια που έχουμε του «ποιος είσαι εσύ και ποιος είμαι εγώ», εδώ όπου ο καθείς έχει μια τόση βαθειά και τόσο εύθικτη, συνείδηση της «ανθρώπινης του αξιοπρέπειας», κι όπου στο ίδιο μέρος – είναι πολύ φυσικό να εμφανιστούν, ταυτόχρονα πλάι-πλάι, ένας δισεκατομμυριούχος εφοπλιστής ή μεγαλοβιομήχανος και διακόσιοι τόσοι φουκαράδες, τα επεισόδια του Καραγκιόζη διατραγωδούν τα μαρτύρια του κοσμάκη και τις βασανισμένες του προσπάθειες «ναν τα βγάλει πέρα», «ναν τα ξεκεφαλώση». Με αυτόν τον τρόπο περιγράφει ο Νίκος Εγγονόπουλος την πολύτιμη φιγούρα της λαϊκής μας παράδοσης στο περιοδικό Λωτός με τίτλο «Ο Καραγκιόζης – ένα ελληνικό θέατρο σκιών».

Με την επιμέλεια του Μιχάλη Ιερωνυμίδη στο βιβλίο της Ραλλούς Μάνου «… Ου των ραδίων… ούσαν την τέχνην…» η Ραλλού περιγράφει το πρώτο της ξεκίνημα με τον Μάνο Χατζηδάκι εμπνευσμένη από τον Καραγκιόζη. Ειδικότερα γράφει: Όταν τελείωσαν οι Έξι Λαϊκές Ζωγραφιές, λέω μία μέρα στον Χατζηδάκι καθώς κατέβαινε τη σκάλα του σπιτιού μου: “Μάνο, για τη σειρά των παραστάσεών μας χρειάζεται να κάνεις άλλη μία μουσική”. “A! Όχι. Δε μπορώ να κάμω άλλη εγώ”. Συνέχισε την κατηφόρα. “Και όμως, έχω μία τόσο ωραία ιδέα”, του λέω εγώ, “τον Καραγκιόζη”. Απότομα σταμάτησε στη μέση της σκάλας, και γύρισε να με κοιτάξει με ενδιαφέρον. Δεν είπαμε τίποτε άλλο τότε, αλλά τη σκάλα την κατέβηκε αργά και συλλογιστικά. Μέσα του δούλευε κιόλας το δημιουργικό δαιμόνιο!

Ποιος θα έκανε τα σκηνικά και τα κοστούμια; Ο Νικόλας Χατζηκυριάκος- Γκίκας. Είχε προ ολίγου αρνηθεί ένα άλλο έργο. Δεν τον ενέπνεε. Μόλις όμως άκουσε για τούτο δω το μπαλέτο, έδειξε όσον ενθουσιασμό μπορούσε να δείξει ο «Ολύμπιος», όπως τον βάφτισα μετά από τούτη τη συνεργασία.

Katarameno  Fidi mprosta

Ήθελαν όλα να είναι στην εντέλεια. Ωστόσο, σκέφτηκαν πως έπρεπε να κληθεί και ένας ειδικός. Ποιος άλλος από τον Ευγένιο Σπαθάρη; Ένα έργο του από το Θέατρο Σκιών έγινε ο καμβάς όπου κεντήθηκε ένα πολύ αγαπημένο μας μπαλέτο. Το Καταραμένο Φίδι. Διάλεξαν λοιπόν με προσοχή εκείνους που θα χόρευαν για πρώτη φορά τους διάφορους ρόλους. Ο Μάνος Χατζηδάκις πρότεινε να χορέψει η Ραλλού τον Καραγκιόζη, γεγονός που συνέβη τελικά, κάνοντας τον Καραγκιόζη έναν από τους τρεις αγαπημένους ρόλους της, και προπάντων εκείνον που τη γέμιζε πάντα χαρά, αυτή που βγαίνει από την ενσάρκωση του συμπαθητικού ήρωα, και εκείνη που ακτινοβολεί από την ευχαρίστηση των θεατών.

Μέσα από τη στενή συνεργασία τεσσάρων Καλλιτεχνών με όρεξη, γέλια και διασκέδαση, αλλά και με πολλή σοβαρότητα και ευσυνειδησία, έφθασε στη σκηνή η «Αυτού Μεγαλειότης» ο Καραγκιόζης για πρώτη φορά χορευτής. Είχε αποφασιστεί πως ο χορός θα γινόταν σε μία επιφάνεια, όπως είναι το Θέατρο Σκιών. Αλλά όπως έγραφε τότε ο Χατζηδάκις, ενώ έχεις την εντύπωση πως οι χορευτές κινούνται μόνο κατά μέτωπο, στην πραγματικότητα αλωνίζουν όλη τη σκηνή.

Το έργο επρόκειτο να ενορχηστρωθεί. Την ενορχήστρωση είχε αναλάβει να κάνει ο Κωνσταντίνος Κυδωνιάτης, οποία όμως δεν έγινε τότε. Κατά τα λεγόμενα της Μάνου ήταν καλύτερα που δεν έγινε η ενορχήστρωση, καθώς στις παραστάσεις ο Χατζηδάκις έπαιζε μόνος του στο πιάνο, κι αυτό υπήρξε μία σπάνια καλλιτεχνική απόλαυση. Όταν έπαιζε τα έργα του ήταν ασυναγώνιστος. Όσο αντηχούσαν στην αίθουσα οι θαυμάσιες μελωδίες και οι ρυθμοί που έδιναν φτερά στο χορό, τόσο αύξανε ο ενθουσιασμός του κόσμου, που χειροκροτούσε στο τέλος με όλη την καρδιά του. Αργότερα, στο δεύτερο πιάνο, καθόταν ο Αργύρης Κουνάδης, που εκτός από το συνθετικό του ταλέντο, προσέφερε και τη θαυμάσια ερμηνεία του.

hadjidakis_piano

Ύστερα από αυτή την πρώτη παράσταση, το Καταραμένο Φίδι έκανε πάμπολλες εμφανίσεις σαν μπαλέτο, αλλά και σαν σκέτη μουσική. Παντού και πάντα, σκόρπιζε τη χαρά, τη νοσταλγία και το γέλιο, κι αγαπήθηκε από μικρούς και μεγάλους. Την Ελλάδα την είχε γυρίσει περίπου όλη. Στην όπερα της Ρώμης, παίχτηκε με ορχήστρα ενενήντα οργάνων με τη θαυμάσια διεύθυνση του Ανδρέα Κουνάδη.

Πρόβες και χορογραφίες γινόντουσαν στο δωμάτιο της Μάνου, στο σπίτι των Πεθερικών της στην Πλατεία Κάνιγγος. Όπως δηλώνει η Μάνου: «Έβγαινε το κρεβάτι και τα λοιπά έπιπλα στο διάδρομο, άπλωναν μαξιλάρια κοντά στον τοίχο όπου καθόταν ο Μόραλης με τις ώρες να παρακολουθεί και να εμπνέεται. Συχνά δίπλα του βρισκόντουσαν και πολλοί φίλοι, ο Γκάτσος, ο Λυκουρέζος, ο Τσαρούχης, ο Νίκος Κούνδουρος, ο Νίκος Χαρίλαος, ο Κώστας Χοιδάς και άλλοι.»

Πρόβες γινόντουσαν και στο φουαγιέ του Εθνικού Θεάτρου, όπου η Ραλλού ήταν χορογράφος. Η ίδια θυμάται και περιγράφει σαν και σήμερα, όταν κάποτε δοκίμαζαν τα φινάλε του Καταραμένου Φιδιού, που πέρασε ο Γιώργος Παππάς. «Κάθισε αργοπορημένος σε μία γωνία, και σιγά σιγά φωτίστηκε το πρόσωπό του από μία παιδιάστικη χαρά, σαν αγοράκι που βλέπει παραμύθι».

Κατά την προετοιμασία αυτής της πρώτης σειράς παραστάσεων στο Ρεξ, πολλά συνέβησαν που σήμερα φαίνονται αρκετά τραγελαφικά. Ο ΄Μάνος Χατζηδάκις, εκτός που δεν έφερνε εγκαίρως τη μουσική του Καταραμένου Φιδιού για ενορχήστρωση, δεν είχε συνηθίσει ως την τελευταία στιγμή ένα κομμάτι, την είσοδο του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Τον καιρό εκείνο, το μαγνητόφωνο δεν είχε μπει σε κοινή χρήση. Μην έχοντας γραμμένη μουσική στα χέρια τους, έκαναν πρόβες τραγουδώντας. Όπως τονίζει η Ραλλού: « Ευτυχώς που οι γοητευτικές μελωδίες και οι πρωτότυποι ρυθμοί του Μάνου ευκόλυναν κάπως την κατάσταση».

Στην προ- γενική δομή ήρθε ο Χατζηδάκις να παίξει. Όταν έφθασαν στην είσοδο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, έκαναν την κίνηση όπως την είχαν φανταστεί, αλλά χωρίς μουσική. Τότε ο Χατζηδάκις σηκώθηκε από το πιάνο και με μεγάλο ενθουσιασμό διακήρυξε πως εκείνη η παύση ήταν… το καλύτερο μέρος της μουσικής.

Η Ραλλού Μάνου εξηγεί πως ευτυχώς δεν ήταν μόνη σε όλη τη διάρκεια της δύσκολης προσπάθειάς τους. Άγνωστος στρατιώτης και πολύτιμο αποκούμπι του, ο Πέλης Κατσέλης. Πολλοί φίλοι της συμπαραστάθηκαν τότε. Η ίδια δεν είχε χρήματα πολλά για την πραγματοποίηση των καλλιτεχνικών της ονείρων. Ωστόσο, είχε μία μεγάλη περιουσία άλλου είδους: τους ανιδιοτελείς φίλους. Ένας από τους πρώτους, ο Πέλος, προσπαθούσε να τη βοηθήσει να ανταπεξέλθει σε πολλές αντιξοότητες που παρουσιάζονταν κάθε μέρα.

012

Αγκομαχώντας ανάμεσα σε καθημερινές συμπληγάδες, έφθασαν κάποτε στην παραμονή της πρεμιέρας. Έρχονται οι τεχνικοί του θεάτρου και τους δηλώνουν πως αν δεν πάρουν προκαταβολικά τα χρήματά τους, δε σηκώνεται η αυλαία. Όπως δηλώνεται στο βιβλίο της Μάνου: «Αμάν βρε παιδιά, θα σας πληρώσουμε αύριο που θα έχουμε εισπράξει από τα εισιτήρια». Ανένδοτοι αυτοί. Η Ραλλού είχε καθίσει έξω από την πόρτα της σκηνής, ντυμένη μάλιστα Καραγκιόζης για την τελευταία πρόβα, και παρουσίαζε την πιο κωμική εικόνα απελπισίας. Λίγο αργότερα της πλησίασε η Αλίκη Παπαεμμανουήλ, η οποία χόρευε έναν από τους Τρεις Εβραίους, και της είπε: « Κυρία Μάνου, τηλεφώνησα στη μητέρα μου και μας φέρνει πέντε χρυσές λίρες». Mόλις το άκουσε αυτό η Ραλλού, πετάχτηκε όρθια και κάλεσε όλους για πρόβα. Κι ο Πέλος Κατσέλης κουνώντας το κεφάλι, γυρίζει στους προισταμένους και αναφωνεί: «Μα τέλος πάντων. Χαλκέντερη είναι αυτή η γυναίκα;». Η Μάνου εκφ΄ραζει πως η Αλίκη Παπαεμμανουήλ έγινε Αλίκη Παπαληγούρα. Αλλά, αν άλλαξε το όνομά της, δεν άλλαξε τη διάθεσή της απέναντι στο έργο τους. Έμεινε πάντα κοντά τους με αγάπη κι ενδιαφέρον, άλλος ένας πολύτιμος άγνωστος στρατιώτης.

Τέλος, όπως έγραψε κάποτε ο Φώτος Πολίτης στις «Θεατρικές Επιφυλλίδες», «Ο Καραγκιόζης παραμένει μορφή πρωτόγονης θεατρικής τέχνης, που τα καλούπια της δεν τάσπασε ακόμη ο νικηφόρος ατομικισμός(…) Ο Καραγκιόζης μα σά ζωντανό ακόμη απομεινάρι γνήσιας λαϊκής τέχνης, μπορεί να μας δώσει διδάγματα πολλά».

Βιβλιογραφία:

  • Ραλλού Μάνου ΧΟΡΟΣ «…Ου των ραδίων… ούσαν την τέχνην…» Εκδόσεις «Γνώση» 1988 Επιμέλεια Μιχάλης Ιερωνυμίδης.
  • Φώτος Πολίτης «Θεατρικές Επιφυλλίδες» Εκδόσεις Γαλαξία 1964.
  • Νίκος Εγγονόπουλος «Ο Καραγκιόζης – ένα ελληνικό Θέατρο Σκιών» Περιοδικό Λωτός 1969 και ύψιλον/βιβλία , Δεκέμβρης 1980, Μάρτιος 1981.

Κύρη Μοσχούλα

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s