Σάτιρα και παιχνίδια με την γλώσσα στο έργο «Ο Μέγας Αλέξανδρος και το Καταραμένο Φίδι»

cebf-cebcceadceb3ceb1cf82-ceb1cebbceadcebeceb1cebdceb4cf81cebfcf82-cebaceb1ceb9-cf84cebf-cebaceb1cf84ceb1cf81ceb1cebcceadcebdcebf-cf86

Η Σάτιρα στον Καραγκιόζη

Ο Καραγκιόζης αν και ξεκίνησε ως ένα απλό μέσο ψυχαγωγίας, αποτέλεσε βασικό ρόλο στην εξέλιξη και τη διαμόρφωση της ελληνικής κουλτούρας.  Μέσω της σάτιρας κατάφερνε και καταφέρνει να διαπαιδαγωγεί το κοινό του.  Χρησημοποίησε φαντασία, το λαϊκό χιούμορ και συμβαδίζει με την πολιτική σε κάθε χρονική περίοδο.

Κάθε φιγούρα του Θεάτρου Σκιών συμπυκνώνει τύπους της ελληνικής κοινωνίας της εποχής.  Η κατανομή τους είναι γεωγραφική αλλά και ταξική.  Σατιρίζει τα κουσούρια και εξυμνεί τις αρετές των κοινωνικών ομάδων χωρίς όμως να τους προβάλλει ως καρικατούρες, αν και η σάτιρα που ασκήτε στα έργα είναι ανελέητη.  Γελοιοποιεί, όχι τον άνθρωπο, αλλά τις αδυναμίες του και τις συνθήκες που τις εκτρέφουν.  Βάζει στο στόχο την νοοτροπία και τις συμπεριφορές, όχι τα πρόσωπα.  Κάθε φιγούρα με την είσοδο της τραγουδά και ένα λαϊκό ρεμπέτικο τραγούδι που την αντιπροσωπεύει.

Η θεματολογία του αντλείται από την καθημερινή ζωή των λαϊκών τάξεων, τους μύθους, τους θρύλους, την παράδοση, τα ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα.  Το έργο με το οποίο ασχοληθήκαμε στο μάθημα «Η Τέχνη του Καραγκιόζη», «Ο Μέγας Αλέξανδρος και το καταραμένο Φίδι», αντλεί τη θεματολογία του από θρησκευτικές παραβολές και ιστορικά πρόσωπα.  Σκοπός να προβάλει την μεγαλοπρέπεια του ελληνικού έθνους και την ανδρεία των Ελλήνων.  Διασκευάζει το βίο του Αγίου Γεωργίου.  Την θέση του Αγίου παίρνει ο Μέγας Αλέξανδρος και μεταφερόμαστε στην εποχή του Μεσαίωνα στη Συρία, κρατώντας πάντα στοιχεία από την σύγχρονη εποχή.

Ο Καραγκιόζης, «Ο Μέγας Αλέξανδρος και το Καταραμένο Φίδι»

apopse_trexate2
Ο Καραγκιόζης τσακώνεται με το φίδι γαι το ποίος θα πάρει τον Κιαμήλ

Το έργο ξεκινάει, ως συνήθως, με τον Χατζηαβάτη να εισάγει το θέμα.  Ο Μουχτάρ αναθέτει στον Χατζηαβάτη την δουλειά που ξέρει να κάνει καλύτερα, τον ντελάλη.  Πρώτη ειρωνεία στο έργο γίνεται με την είσοδο του Μουχτάρ, ο οποίος τραγουδάει ένα λυπημένο τραγούδι κι ενώ ο Χατζηαβάτης εκφράζει το πόσο λυπήθηκε με αυτά που τον άκουσε να τραγουδά, αμέσως δηλώνει χαρούμενος που είναι και ο Μουχτάρ χαρούμενος.  Όπως όταν παίρνει λεφτά προσποιείται ότι δεν τα θέλει.  Ξεκινάει το ντελάλημα ότι όποιος σκοτώσει το φίδι της δεξαμενής μέχρι το ηλιοβασίλεμα θα πάρει τη βεζυροπούλα για γυναίκα του, πολλά δώρα ως έπαθλον και την βεζυρεία μετά τον θάνατο του Βεζύρη.   Από τις φωνές ξύπνησε ο Καραγκιόζης.  Με την είσοδο του Καραγκιόζη ξέρουμε ότι θα γελάσουμε με τα αστεία του, την σάτιρα μέσω διάφορων λογοπαίγνιων και με το χιούμορ που αντιμετωπίζει τις συμπεριφορές των γύρω του.  Ενώ ο Καραγκιόζης εκνευρίζετε με τις φωνές του φίλου του γιατί θα του ξυπνήσει τα κολλητήρια, ξεκινάει να φωνάζει ο ίδιος στη γυναίκα του να του δώσει το καταβρεχτήρι για να το πετάξει στο κεφάλι του «Χ»Φασαρία» για να σταματήσει.  Αποφασίζει ο πρωταγωνιστής μας να πάει να σκοτώσει το φίδι μπας και γίνει Βεζύρης.  Όταν ο Καραγκιόζης βλέπει το φίδι-σιδηρόδρομο τρέχει αμέσως στην καλύβα του φοβισμένος και διατάζει την οικογένεια του να βάλουν πίσω από την πόρτα τα σπίρτα, την κατσαρόλα, το σπασμένο σκαμνί, το μπρίκι και την φουφού με τον σκουπιδοντενεκέ, λες και αυτά τα πραγματάκια θα κρατούσαν την πόρτα κλειστή.  Την γλιτώνει εν τέλει.  Στη συνέχεια ακολουθεί μια σειρά «παλικαριών» που θα επιχειρήσουν ανεπιτυχώς να σκοτώσουν το φίδι και που θα δεχτούν αστεία πειράγματα από τον Καραγκιόζη.  Κάνει την είσοδο του ο γέρο Κιαμήλ ή αλλιώς ο κυρ παιδής και φέρνει το νέο ότι θα παντρευτεί την ερχόμενη Κυριακή με τη Βεζυροπούλα και ο Καραγκιόζης τον ειρωνεύεται ρωτώντας τον σε ποιο νεκροταφείο θα γίνει ο γάμος μιας και είναι γέρος και αδύνατο να σκοτώσει το θεριό μόνο με την μαγκούρα του.  Ο Καραγκιόζης ρίχνει μια πέτρα για να βγει έξω το θεριό και αναρωτιέται ο Κιαμήλ τι είναι αυτό που σφυρίζει, «σκόλασε η φάμπρικα» απαντάει ο Καραγκιόζης, ενώ αυτό που σφυράει είναι το φίδι.  Βρίσκει, λοιπόν, αφορμή δήθεν ότι άπλωσε χυλοπίτες και πρέπει να τις μαζέψει για να φύγει.  Φεύγοντας λέει στον Κιαμήλ «Άντε, καλοφάγωτος».  Και ενώ παρακολουθεί από τη σκεπή του ο Καραγκιόζης, ο Κιαμήλ βάζει κατάρες στο φίδι και το απειλεί.  Όμως δεν σκοτώνεται με το ξόρκια το φίδι, όπως ειρωνικά λέει και ο Καραγκιόζης.  Το φίδι τρώει τον κυρ παιδή και ο Καραγκιόζης τρέχει να του πάρει τις παντόφλες πριν τον καταπιεί ολόκληρο και εδώ ξεκινάει ένα αστείο καυγαδάκι μεταξύ θηρίου και Καραγκιόζη για το ποιος θα πάρει τον Κιαμήλ.  Ο Καραγκιόζης πιάνει κουβέντα με το φίδι, ενώ πριν ήταν κατατρομαγμένος.  Του λέει ότι πρέπει να είναι αγαπημένοι μιας και είναι και γείτονες, ότι είναι ζαβουλιάρικο γιατί τον χτύπησε με την ουρά του στο κεφάλι και να αφήσει τον Κιαμήλ αλλιώς θα τον πάρει στην Αγλαΐα να τον τηγανίσει για να φάνε τα Καραγκιοζόπουλα.  Αφού το φίδι νικάει τον Καραγκιόζης, αυτός τρέχει στην καλύβα του για να μην τον φάει κι αυτόν και ζητάει από την Αγλαΐα καθαρά εσώρουχα, υπονοεί ότι τα έκανε πάνω του. Δεύτερος μπαίνει ο Σολομών που κουνιέται σαν ακορντεόν, αμέσως μετά μπαίνει ο Καραγκιόζης κάνοντας τις ίδιες κωμικές κινήσεις.  Ο κυρ Σολομών Μουσαντανέλιας είναι Εβραίος και μιλά κάπως σπαστά και ακαταλαβίστηκα, έτσι ακολουθεί ένας διάλογος χωρίς επικοινωνία.  Τελοσπάντων, έρχεται ο «φίδος», όπως το λέει ο Σολομών, και ο Καραγκιόζης πάει να μαζέψει τον τραχανά που έχει απλώσει γιατί ψιχαλίζει, αφορμή και πάλι για την κάνει.  Ο Σολομών τρώγεται απ’ το φίδι και ακολουθεί ο Διονύσιος.  Ο Καραγκιόζης προσπαθεί να τον αποτρέψει από το να πάει, όπως θα κάνει και με τους υπόλοιπους που θα επιχειρήσουν να σκοτώσουν το θεριό.  Τον κοροϊδεύει για το μεγάλο του κεφάλι.  Όταν φτάσει η ώρα θα τον σώσει από το θεριό.  Ο Καραγκιόζης δεν βλέπει το ξαπλωμένο φίδι και πάει προς το μέρος του.  Το φίδι τον παγιδεύει και ο Καραγκιόζης ξεκινάει να τον γαργαλάει για να γλυτώσει και όντως έπιασε.  Το φίδι επιτίθεται και πάλι στην καλύβα ανεπιτυχώς, την σηκώνει στον αέρα και την αφήνει.  Ακολουθεί ο Μπαρμπαγιώργος, ο οποίος τρομάζει τόσο πολύ που τρέχει στο χωριό να λιβανιστεί.  Σειρά έχει ο Σταύρακας που είναι ο πιο αισιόδοξος ότι θα τα καταφέρει.  Αυτή τη φορά ο Καραγκιόζης είχε απλώσει χαμομήλι και έπρεπε να φύγει για να μην του το πάρει το μελτεμάκι.  Το παλικάρι από τη Σύρο άδικα χαιρότανε, έτρεξε όσο πιο μακριά μπορούσε.  Στην συνέχεια το φίδι κουλουριάζεται σαν σωρός από βράχια έξω από τη σπηλιά του.  Ο Καραγκιόζης ξεγελάτε και κάθεται πάνω του.  Το φίδι τον υψώνει σιγά-σιγά στον αέρα.  Όταν το Καταλαβαίνει πηδάει από πάνω του και του ξεφεύγει και πάλι.  Τέλος, φτάνει ο Μορφονιός.  Ο Καραγκιόζης θα χρειαστεί χρόνο να αναγνωρίσει το Μορφονιό και τον παρομοιάζει με δεύτερο θεριό.  Εδώ δεν χρειάζεται να κάνει τίποτα ο Καραγκιόζης, το φίδι βλέπει το Μορφονιό και χωρίς να τον αγγίξει καν ξαναμπαίνει στη σπηλιά του.  Ο Καραγκιόζης εντυπωσιάζεται και του λέει ότι θα τον βάλει για σκιάχτρο στα αμπέλια.

Τελευταίος και καλύτερος έρχεται Μέγας Αλέξανδρος.  Ενώ συστήνονται, ο Καραγκιόζης προσποιείται ότι δεν είναι αυτός που είναι, αλλά ο Μ. Αλέξανδρος τον αναγνωρίζει.  Ο ανέντιμος Καραγκιόζης αν του έχει σουφρώσει τίποτα και γι’ αυτό τον θυμάται.  Τελικά ο Μεγαλέξανδρος τον παγιδεύει και τον κάνει να παραδεχτεί ότι είναι ο Καραγκιόζης.  Έπειτα ξεκινά να σχολιάζει την ενδυμασία του Μεγαλέξανδρου και βγάζει πόρισμα ότι είναι τερματοφύλακας αφού φοράει επιγονατίδες και μαγκάλια στα πόδια.  Η μάχη Μεγαλέξανδρου και φιδιού ξεκινάει.  Το φίδι καταφέρνει να ακινητοποιήσει τον Μεγαλέξανδρο και ζητάει βοήθεια από τον Καραγκιόζη όμως ο φοβητσιάρης όμως δεν κάνει τίποτα, μπας και τον πιάσει αυτόν στο τέλος.  Συμφωνεί να πετάξει μια πέτρα στο φίδι με την υπόσχεση: «Αλέξη θα πετάξω πέτρα, πρόσεχε μπας και το αφήσεις να με φάει γιατί θα τσακωθούμε».  Πώς θα τσακωθούν αφού θα τον έχει φάει;  Ο Καραγκιόζης πετάει την πέτρα και τα χάνει.  Νομίζοντας τώρα ότι τον τρώει το φίδι έχει πέσει κάτω και φωνάζει.  Ο Μεγαλέξανδρος έχει σκοτώσει το φίδι και ο Καραγκιόζης είναι ακόμα ξαπλωμένος.  Ακολουθεί ο παρακάτω ξεκαρδιστικός διάλογος:

Καρ.:  Δεν μου λες Μαστραλέξη, με τρώει ακόμα το θεριό;

Μεγαλ.:  Όχι Καραγκιόζη, το θεριό το σκότωσα.  Σήκω να πας να φέρεις την πανέμορφη Χανούμ Φατμέ να μάθει πως σκοτώσαμε το θεριό.

Καρ.:  Δεν μπορώ να πάω, γιατί την ώρα που πέταξα την πέτρα στο θεριό, θύμωσε το γρουσούζικο και μ’έφαγε.

Μεγαλ.:  Και τώρα τι κάνεις;  Πώς πας;  Είσαι καλύτερα;

Καρ.:  Μπα, τι καλύτερα, έχω πεθάνει.

Μεγαλ.:  Από πολλή ώρα;

Καρ.:  Θα ‘ναι μέχρι μισή ώρα.

Μεγαλ.:  Και πως μιλάς, αφού είσαι πεθαμένος;

Καρ.:  Έχω πάρει άδεια από το νεκροταφείο.

Μεγαλ.:  Μα οι πεθαμένοι δε μιλάνε.

Καρ.:  Τι λες;  Λάθος κάνεις.  Αφού κάποτε ψηφίζουνε οι πεθαμένοι πως δεν θα μιλάνε;

Καθαρά λαϊκό χιούμορ που χρησιμοποιούμαι όλοι στην καθημερινότητα μας.  Ποιος κοροϊδεύει ποιον στον παραπάνω διάλογο;

Θέλοντας να πάρει τα εύσημα ο Καραγκιόζης λέει στην Βεζυροπούλα ότι σκότωσε ο ίδιος το φίδι και τον βοήθησε ο Μεγαλέξανδρος.  Ο Μεγαλέξανδρος τον δικαιολογεί λέγοντας πως είναι χωρατατζής με χρυσή καρδιά.  Παρολαυτά συνεχίζει το ψέμα του.  Παίρνει το φίδι, δηλαδή ο Χατζηαβάτης παίρνει το φίδι, και το πάνε στο Σεράι για να πάρει την πληρωμή του.  Μπαίνει στο Σεράι και προσπαθεί να το εκμεταλλευτεί στο έπακρο, μέχρι που φτάνει ο Μεγαλέξανδρος και λέει σε όλους την αλήθεια.  Έτσι πετάνε έξω τον Καραγκιόζη και το σώμα του γαϊδάρου του, το κεφάλι θα του το πετάξουν αμέσως μετά.  Ο Μεγαλέξανδρος πάει στην παράγκα του Καρακιόζη για να απολογηθεί μαζί με τον Βεζύρη.  Μόλις τον βλέπει ο Καραγκιόζης του παραπονιέται για τη λάθος αντιμετώπιση που δέχτηκε ενώ τον είχε βοηθήσει, τον λέει ζαβουλιάρη και ότι δεν θα τον ξαναβοηθήσει σε άλλο θεριό.  Ο Βεζύρης τον αποζημιώνει για τον γάιδαρο και για τη λάθος συμπεριφορά του, μιας και δεν ήξερε ότι έχει βοηθήσει τον Μεγαλέξανδρο.  Ο Χατζηαβάτης εμφανίζεται στο τέλος και ζητά λεφτά από τον Καραγκιόζη, του ρίχνει και δύο καρπαζιές για το καλό και μετά του δίνει δέκα λίρες για να ψωνίσει η γυναίκα του, η κυρά Ευτέρπη,  για το σπίτι.

Τα Καραγκιοζαραίηκα

Η αμόρφωτη και ακαλλιέργητη αυτή φιγούρα έχει τον δικό της τρόπο να μιλάει και να απαντά σε μια δική της ελληνική διάλεκτο.  Ο τρόπος ομιλίας του είναι τόσο λάθος που κάνει τον Καραγκιόζη πιο διασκεδαστικό.  Αρχικά, θεωρεί το καταβρεχτήρι έπιπλο και την παράγκα του έπαυλη.  Έπειτα ενοχλείται που ο Χατζηαβάτης πάει στο σπίτι του «εν ημέραις λιμούσης και καταγενικής αμασίας» και του αναταράσσει «την οικογενειακήν γαλήνη της οικίας του σπιτιού του».  Το τι θέλει να πει είναι κατανοητό, αλλά ποιος άλλος θα μπορούσε να το πει έτσι;  Όταν ο Χατζηαβάτης τον συγχαίρει για το πρόγραμμα που έφτιαξε ως μελλοντικός Βεζύρης του απαντάει «Κι εγώ σε συχαίνομαι».  Επίσης διατάζει το θεριό να εξέλθει αλλιώς θα το εξέλθει αυτός.  Ενώ αποδίδει τιμές από τη μια στο Βεζύρη την άλλη τον κοροϊδεύει «Σε προσκυνώ πολυχρονεμένε μου, πολυτιμημένε μου, πολύκλαυστε, πολυσυχαμένε μου και πολυθρήνητε Βεζύρη».  Συστήνεται ως «Μυλόρδος Πατσαβούρας, ξάδερφος του Κουρελάκια», ένα ψευδώνυμο που αντιπροσωπεύει εκπληκτικά την εμφάνιση του Καραγκιόζη.  Κάθονται τελοσπάντων να φάνε και ζητάει συνέχεια όλο και περισσότερα με τη δικαιολογία ότι κουράστηκε πολύ να σκοτώσει το φίδι, και για να μην μπει ο ίδιος στον κόπο να παραγγείλει πολλά ορεκτικά, ζητάει απλά «μια αγγουροντοματοκρεμμυδοπιπερομαϊντανοελαιοσαρδελλοσαλάτα». Ο Καραγκιόζης τρώει με τόση λαιμαργία που δεν προλαβαίνει να μιλήσει.  Ο Βεζύρης του λέει να φάει πιο σιγά γιατί θα πνιγεί και του απαντάει «Μπα, ξέρω καλό κολύμπι εγώ πατσά μου».  Ακολούθως γίνεται γνωστό πως όλα είναι ψέματα και του κάνουν «ξεπαραθύρωση», όπως λέει ο ίδιος, δηλαδή θα τον πετάξουν έξω από το παράθυρο.  Έχει το χάρισμα να ενώνει εύκολα διαφορετικές λέξεις π.χ. το ορεκτικό που παράγγειλε νωρίτερα, και οι «ογδομήντα οκάδες σφουγγάρι» που θα έβγαζε αν έκανε τη βουτιά από το παράθυρο στη θάλασσα αντί στην πλατεία έξω απ’ το Σεράι.  Έχει τώρα στα χέρια του ένα μοιρασμένο Μπαρμπαλινάρδο.  Τι κάνει;  Προσπαθεί να του κολλήσει το κεφάλι με σάλιο γιατί είναι «αμαρτία να κυκλοφορεί χωρίς κεφάλι», λες και μπορεί να κυκλοφορήσει γενικότερα.  Την κολλάει μια να βλέπει προς τα πάνω και μια στην πίσω μεριά που το κάνει να φαίνεται ότι φοράει «γραβάτα μπόρτ».  Φιλάργυρος και συμφεροντολόγος κλείνει συμφωνία με τον Βεζύρη για να τον πληρώνει καθημερινά και δεν σταματά να ζητάει κι άλλα για την ψυχική οδύνη που του σκότωσαν τον Μπαρμπαλινάρδο.  Από τα πολλά που μαζεύει λέει ότι θα τον πιάσει «λιρόπονος», αλλά θα φάει καλά η Καραγκιοζοοικογένεια και εξυμνεί το ανήμερο θηρίο, που για χάρη του θα έχει λεφτά.

Ο φίλος μας ο Καραγκιόζης συνηθίζει να παραλλάσσει τα ονόματα τον γύρω του ανάλογα με τις περιστάσεις και την εμφάνιση τους.  Ο Χατζηαβάτης αποκαλείται ως Χατζηφασαρίας όταν ντελαλεί και κάνει φασαρία, ως Χατζηχαβιάρης/άκος, Χατζηεφτάψυχος όταν του πετάει το καταβρεχτήρι στο κεφάλι για να σωπάσει και δεν παθαίνει τίποτα, Χατζιμεσίτης όταν ο Χατζηαβάτης δίνει οδηγίες για το σε ποιες γειτονιές θα ντελαλήσει ο καθένας, Χατζημαλαγάνα γιατί όλους μπορεί να τους καταφέρει, Χατζηταραμά όταν ο Καραγκίοζης του μιλάει για φαΐ, Χατζηφοβητσιάρη γιατί φοβάται με το νεκρό θεριό, Χατζημουσταλευριά, Χατζημπουμπούνα γιατί μπορεί να τον ξεγελά όπως και όλους τους άλλους, Χατζηκατάσκοπο γιατί όλα τα μαθαίνει.  Την πανέμορφη βεζυροπούλα, Χανούμ Φατμέ, την φωνάζει πατσοπούλα (κόρη του πασά που τον φωνάζει πατσά) και Χανούμ Πατημένη.  Τον πασά, πατσά και αντί πολυχρονεμένο, λιγοχρονεμένο.  Τον γέρο Κιαμήλ, Γκαμήλα ή κυρ παιδί γιατί ο ίδιος ενοχλείται όταν τον λέει γέρο. Η απάντηση του Κιαμήλ στο γέρος είναι γεράνια!  Τον θείο του, τον Μπάρμπα-Γιώργο, σε κάποιο σημείο τον φωνάζει χαϊδευτικά Γωγούλη.  Ο Μορφονιός, λόγο της «γαλλικής του μυτούλας», ο Καραγκιόζης τον φωνάζει, μελιτζανομύτη, προβοσκιδάνθρωπο, χοντροκέφαλο, κολοκυθοκέφαλο.  Ο Σολομών έχει αρκετά παρατσούκλια ακορτεόν και ξεβιδωμένο γιατί κάνει περίεργγες και κωμικές κινήσεις, κυρ Λακέρδα, Σκουράντζο και τον Βεληγκέκα, Μπαρμπατζουρβέναγα και γουρνομύτη.  Ακόμα και τον Μέγα Αλέξανδρο τον φωνάζει Μπαρμπαλέξη, Μπαρμπακυδώνια (λογοπαίγνιο με τη Μακεδονία) και Μαστραλέξη.

Επίσης παρουσιάζει τους συμπρωταγωνιστές του και να τους συμπεριφέρεται ως ζώα.  Όταν πετάει το καταβρεχτήρι στον Χ»Αβάτη και τον πετυχαίνει στο δόξα πατρί φοβάται μην πάει φυλακή «επί ζωοκτονία», όπως λέει και ο ίδιος.  Ξεγελάει τον κολλητό του για να κουβαλήσει το νεκρό φίδι όταν θα χρειαστεί.  Τον κάνει γαϊδούρι.  Του λέει να πιάσει ο ένας την μια μεριά και ο άλλος την άλλη, ο Καραγκιόζης όμως κάθεται στην μια άκρη και σηκώνει όλο το βάρος ο Χατζηαβάτης.  Όταν το ανακαλύπτει αυτό, ο Καραγκιόζης κάνει τον ανήξερω (παλιό το κόλπο του).  Αγάπη πολύ όμως έχει και στον αληθινό του γάιδαρο, τον Μπαρμπαλινάρδο.  Όταν φτάνει στο Σεράι με το φίδι και τον γάιδαρό του, προτρέπει το ζώο να χαιρετήσει με ευγένεια αλλιώς θα το σκοτώσει και θα τον πουλήσει για μοσχάρι.  Απαιτεί από τον Βεζύρη να φερθεί στο Μπαρμπαλινάρδο καλά και να μπει στο Σαράι γιατί είναι καλομαθημένος.  Απειλεί τον Βεληγκέκα πως αν δεν πάει να πει στο Βεζύρη ότι αυτός σκότωσε το φίδι θα τον μετατρέψει σε κουκουβάγια μόλις πάρει τη βεζυρεία.  Ξεχνάει όμως ότι θα γίνει Βεζύρης και όχι μάγος, αν ούτε το ένα ούτε το άλλο μπορεί να συμβεί προς το παρόν με τιμιότητα.  Με την είσοδο του στο παλάτι ξεχνάει την συμβουλή που έδωσε στον Μπαρμπαλινάρδο – να είναι ευγενικός – και δεν δείχνει κανένα σεβασμό στο Βεζύρη.  Παίρνει τον γάιδαρο στην πλάτη του και μπαίνει μέσα σπρώχνοντας κάτω τον Βεζύρη.

Οι «μπηχτές» του Καραγκιόζη

Ο Καραγκιόζης είναι τόσο φτωχός που βάζει τα παιδιά του να κοιμούνται μέρες ολόκληρες για να μην πεινάνε, όπως και ο ελληνικός λαός.  Πεινάει όμως προσπαθούν να τον «κοιμίσουν» για να σταματήσει να νιώθει πείνα και να καταλάβει τα κακά που του κάνουνε.  Όταν Χατζηαβάτης μαθαίνει στον Καραγκιόζης τι πρέπει να ντελαλήσει, ο Καραγκιόζης τα λέει όλα ανάποδα και εξηγεί ότι το κάνει γιατί ούτως ή άλλως «Σ’ όλον τον κόσμο στραβά κι ανάποδα γίνονται όλα.  Στραβά των στραβών που χορεύουν τσάμικο στην ράχη μας».  Ξεκάθαρος υπαινιγμός προς την εξουσία.  Ο ίδιος αποφασίζει να μην ντελαλήσει με τον Χατζηαβάτη αλλά πάει να σκοτώσει το φίδι και να γίνει Βεζύρης.  Ο κλασικά πεινασμένος Καραγκιόζης τάζει πως όταν αποκτήσει την βεζυρεία θα φτιάξει φούρνους, τηγανιτζίδικα και δημοτικό καφεζαχαροπλαστείο να τρώει και να πίνει ο κόσμος τζάμπα.  Όλοι οι Έλληνες είναι ηγετικές φυσιογνωμίες, όλοι θέλουν και μπορούν να διοικήσουν.  Επιπλέον ο Καραγκιόζης ρίχνει και ένα υπονοούμενο για τις απατεωνιές του κόσμου.  Συνηθίζουν κάποιοι όταν πεθάνει κάποιος δικός τους να μην δηλώνουν τον θάνατο του ώστε να συνεχίζουν να παίρνουν τη σύνταξη τους και εκτός αυτού όταν φτάνουν οι εκλογές να ψηφίζουν και στη θέση τους, «Αφού κάποτε ψηφίζουνε οι πεθαμένοι πως δεν θα μιλάνε;».  Κάνει αναφορά στην αστυνομία και στο σύστημα με το οποίο λειτουργεί.  «Όσο για κυνήγι, τρώω μέρα-νύχτα από την αστυνομία.  Η παραμικρή κλοπή να γίνει στη γειτονιά, αμέσως ο αστυνόμος λέει: Πιάστε προκαταβολικά τον κύριο Καραγκιόζη Καραγκιοζόπουλο και μετά βλέπουμε για τους άλλους» (όταν ο Βεζύρης τον ρωτάει αν του αρέσει το κυνήγι.  Όσο τρώει με το Βεζύρη, βρίζει τα γκαρσόνια και τους μάγειρες ώστε να νιώσει και αυτός λίγο την εξουσία.

Τέλος, ο Καραγκιόζης και ο Χατζηαβάτης, μας αποχαιρετούν και μας ενημερώνουν ότι η παράσταση τελείωσε.

IMG_2166
Το Ελληνικό Θέατρο Σκιών δεν παίζεται μόνο με Σκιές
Advertisements

2 thoughts on “Σάτιρα και παιχνίδια με την γλώσσα στο έργο «Ο Μέγας Αλέξανδρος και το Καταραμένο Φίδι»”

  1. Όμορφο κείμενο! Αλήθεια πού βασίστηκες για να μιλήσεις για το συγκεκριμένο έργο; Σε ποιό κείμενο; Ακόμη, χρησιμοποίησες κάποια βιβλιογραφία για να γράψεις την ανάλυσή σου; Εάν ναί, θα πρέπει να την αναφέρεις. Θα σου πρότεινα να διαβάσεις μια φορά το κείμενο και να διορθώσεις τυχόν ορθογραφικές αβλεψίες. Για την καλύτερη ανάγνωση θα ήταν καλό να βάλεις τιτλάκια στο περιεχόμενο, ώστε να δομηθεί σε μικρότερες ενότητες!

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Ευχαριστώ πολύ! Όχι, δεν χρησιμοποίησα κάποια βιβλιογραφία. Είχα στα χέρια μου μόνο το έργο «Ο Μέγας Αλέξανδρος και το καταραμένο Φίδι». Αφού ανάρτησα το κείμενο σκέφτηκα να το δομήσω καλύτερα και πιο κατανοητά. Όταν με ρωτάτε που βασίστηκα εννοείται να αναφέρω το από που επηρεάστηκα για να γράψω το κείμενο;

      Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s