Το ταξίδι του Καραγκιόζη από την Ανατολή στην Ελλάδα

Βάλτερ Πούχνερ, Οι βαλκανικές διαστάσεις του Καραγκιόζη,Στιγμή,σελ.109.Δεν διαθέτει φωτογραφικό υλικό.

Η τέχνη, μαζί με τη θρησκεία, τη φιλοσοφία, την επιστήμη και την τεχνολογία είναι μία από τις μείζονες δραστηριότητες με τις οποίες ο άνθρωπος δημιούργησε τον πολιτισμό του αλλά και δημιουργήθηκε από αυτόν.

Η τέχνη πέρα από εθνικά σύνορα, γλωσσικές διαφορές, ηθικές αξίες, συγκινεί και επηρεάζει τον καλλιτέχνη-δημιουργό αλλά και τα μέλη της κοινότητας στην οποία αυτός ζει, χωρίς να αποκλείει την επέκταση και διασπορά των αισθητικών εμπειριών και επιδράσεων σε ευρύτερες κοινότητες, ακόμη και σε οικουμενικές.

Το λαϊκό Θέατρο Σκιών, ο «Καραγκιόζης», είναι κλασσική περίπτωση, μορφής τέχνης που συγκίνησε διαφορετικούς λαούς, ταξίδεψε σε πολλές και διαφορετικές χώρες, αφομοιώθηκε με προσθήκες τυπικών και εθνικών στοιχείων ψυχαγωγώντας και επηρεάζοντας πολλές γενιές ανθρώπων.

Στην διεξοδικότατη και πλούσια εμπεριστατωμένη με κάθε διαθέσιμη πηγή μελέτη του κ. Βάλτερ Πούχνερ «Οι Βαλκανικές διαστάσεις του Καραγκιόζη» παρακολουθούμε όλο το ταξίδι του «Καραγκιόζη» από τη μακρινή ανατολή στα Βαλκάνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στα πρώτα βήματά του στην Ελλάδα, στις μεταρρυθμιστικές διαδικασίες εξελληνισμού του από τους Ηπειρώτες Καραγκιοζοπαίχτες και τον Μίμαρο, στην αφομοίωσή του από τον ελληνικό λαϊκό πολιτισμό.

Ο «Καραγκιόζης» ήρθε στην Ελλάδα με τους Τούρκους μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης. Διαδόθηκε σε όλες τις Βαλκανικές επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, θέλγοντας το κοινό με την ανεπιφύλακτη αισχρολογία του, την «Αριστοφανική» εμφάνιση και προσωπικότητά του. Εξαπλώθηκε στη Ρουμανία, στην πρώην Γιουγκοσλαβία, στα Σκόπια και βεβαίως στην Ελλάδα. Ενσωματώθηκε με τις ντόπιες λαϊκές παραδόσεις και μεταβλήθηκε σε δημοφιλές θέαμα.

Ήδη από τον 17ο αιώνα το Θέατρο Σκιών είναι γνωστό ως αυλική διασκέδαση των τοπικών πασάδων και αρχόντων στις πόλεις των παραδουνάβιων ηγεμονιών και της Γιουγκοσλαβίας, από το Βελιγράδι και το Σεράγεβο ως τα Σκόπια. Το 18ο, 19ο και στις αρχές του 20ου αιώνα έχει επικρατήσει ως αγαπητό λαϊκό θέαμα. Παίζεται από Εβραίους, Αρμένιους και Τουρκόγυφτουςκαραγκιοζοπαίχτες σε ποικιλία γλωσσών και ηρώων ανάλογα με την περιοχή και το ακροατήριο.

Ο Άγγλος περιηγητής Hobhouse μνημονεύει παράσταση «Καραγκιόζη» που είδε στα Γιάννενα το 1809. Την έδωσε σε ένα καφενείο Εβραίος καραγκιοζοπαίχτης, που είχε πάει εκεί για το ραμαζάνι. Οι διάλογοι ήταν στα τούρκικα. Υπάρχουν και άλλες μαρτυρίες για παραστάσεις στην ελληνική επαρχία, που φαίνεται ότι υπήρξε ο χώρος υποδοχής του «Καραγκιόζη». Οι καραγκιοζοπαίχτες είναι πια Έλληνες και το γλωσσικό κριτήριο αν και ρευστό στην αρχή διαμορφώνεται σιγά σιγά σε ελληνικό. Βεβαίως μαρτυρία από τη Χαλκίδα του 1879 αναφέρει παράσταση Καραγκιόζη σε «μιξοβαρβαροτουρκοιταλοελληνικόν» ιδίωμα, όπου το ιταλικό μέρος υπονοεί μάλλον τα σπανιόλικα του Εβραίου.

Για την παρουσία του στην Αθήνα κατά τους χρόνους αμέσως μετά την ανακήρυξή της ως πρωτεύουσας του ελληνικού κράτους (1834) έχουμε μεταγενέστερη, αλλά μάλλον ασφαλή είδηση. Η απήχηση που είχε φαίνεται από δημοσίευμα της εφημερίδας «Αθηνά» (1852), η οποία ασκούσε κριτική στη διεύθυνση της αστυνομίας, γιατί ανεχόταν «την εν τισιν καφενείοις παράστασιν του λεγομένου Καραγκιόζη, ενώ άλλοτε αυστηρώς εμποδίζετο αύτη». Κατήγγελλε δε ότι «αισχρών και ασέμνων πράξεων παρίστανται διά των νευροσπάστων εις τα βωμολοχικά ταύτα των Ασιατών θέατρα», ώστε η διαφθορά να περνάει σε ολόκληρη την κοινωνία, αφού «απειράριθμο πλήθος διαφόρων παίδων, και πολλοί μάλιστα εκ των μαθητών των γυμνασίων και των σχολείων μας», σύχναζαν εκεί κάθε βράδυ «αδιακόπως». Αξιοπρόσεκτος είναι, εκτός από την έμφαση που δίνεται στο πλήθος των θαμώνων και ο πληθυντικός «θέατρα των Ασιατών». Η όλη εξάλλου περιγραφή της εφημερίδας δημιουργεί την εντύπωση ότι ο Καραγκιόζης δεν είχε αποβάλει ακόμη τον οθωμανικό χαρακτήρα του.

Από το 1881 περίπου (χρόνο προσάρτησης της νότιας Ηπείρου στην Ελλάδα), αλλά και από πιο νωρίς, εμφανίζεται στην Άρτα, στο Μέτσοβο, στα Γρεβενά, τα Φάρσαλα, καθώς και σε διάφορες πόλεις της Αιτωλοακαρνανίας και στην Πάτρα ένας τύπος Καραγκιόζη που διαφέρει από τον «ανατολίτικο», κυρίως θεματογραφικά, αλλά και σε επίπεδο χαρακτήρων. Αρκετοί καραγκιοζοπαίχτες εκεί (ανάμεσά τους και ο Γιάννης Ρούλιας, που αργότερα επινόησε τον Μπαρμπαγιώργο) δίνουν και την παράσταση για τον Μεγαλέξανδρο και το φίδι, που αποτελεί και την πρώτη σύνδεση του Καραγκιόζη με τον νεοελληνικό λαϊκό πολιτισμό. Η κοινή καταγωγή των καραγκιοζοπαιχτών εκείνων (ήταν Ηπειρώτες) ώθησε τον παλαιότερο μελετητή Μπίρη να δεχθεί την ύπαρξη μιας ηπειρώτικης παράδοσης, που αποτέλεσε και το πρώτο βήμα για την ελληνική αφομοίωση του Καραγκιόζη. Στην Πάτρα, γύρω στο 1890, συγκλίνουν τρία διαφορετικά στάδια εξέλιξης: ο αρχικός «αισχρός» ανατολίτικος τύπος (στις παραστάσεις κάποιου Πάγκαλου), οι παραστάσεις των καραγκιοζοπαιχτών από την Ήπειρο, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι σχετιζόμενες με τη μορφή του Μεγαλέξανδρου, και ο νέος τύπος του Μίμαρου.

Ο Μίμαρος (Δημήτρης Σαραντούνης) ήταν από την Πάτρα. Τελείωσε το σχολαρχείο και έγινε ψάλτης, γιατί ήταν καλλίφωνος. Εφάρμοσε πολλές καινοτομίες στα θέματα και τα πρόσωπα ώστε να υποστηρίζεται γενικά ότι επί των ημερών του ο Καραγκιόζης εξελληνίστηκε οριστικά. Ο Μίμαρος επέφερε και τεχνικές μεταβολές. Μεγάλωσε τη σκηνή, τοποθέτησε την καλύβα και το σαράι, σκάλισε τις φιγούρες και πρώτος αυτός χρησιμοποίησε το χαρτόνι για την κατασκευή τους, ενώ ως τότε κατασκευάζονταν από τενεκέ (το δέρμα γενικεύτηκε από το 1923).

Οι υποθέσεις των παραστάσεων μεταδίδονταν προφορικά από τον έναν στον άλλον καραγκιοζοπαίχτη (επινοούνταν άλλωστε από τους ίδιους). Άρχισαν να τυπώνονται σε φυλλάδια μόλις από τις αρχές της δεκαετίας του 1920. Πρώτος μάλλον ο Μάρκος Ξάνθος, που ήταν εγγράμματος, αποφάσισε να τυπώνει τις υποθέσεις σε φυλλάδια. Ύστερα από λίγο τον ακολούθησε ο Αντώνης Μόλλας (1871-1949), από τους πιο διάσημους καραγκιοζοπαίχτες, που δημιούργησε, κατά τον Μπίρη, και δικούς του τύπους (τον Πεπόνια, τον Καικαί, τον Νώντα και άλλους).

Τα κύρια πρόσωπα του θιάσου είναι, εκτός από τον ίδιο τον Καραγκιόζη, ο Χατζηαβάτης, ο Σιορ-Διονύσιος, ο Μπαρμπαγιώργος, ο Σταύρακας, ο Δερβέναγας (που το όνομά του είναι Βεληγκέκας), ο Μορφονιός, ο Κολλητήρης, η Καραγκιόζαινα, ο Εβραίος, ο Μπέης ή Πασάς (Βεζίρης).

Ο Καραγκιόζης είναι ο μόνιμα φτωχός, αλλά ζωηρός σαρκαστής των πάντων, κάτοικος μεγάλης πόλης, άνεργος, έτοιμος να αναλάβει οποιαδήποτε εργασία που θα του αποφέρει κάποιο εύκολο και εφήμερο κέρδος (μια μερίδα φασόλια), γιατί είναι πάντα πειναλέος. Κανονικά δεν ξέρει καμιά τέχνη και κανένα επάγγελμα. Έτσι, δεν έχει καμιά δυσκολία να γελάσει εκείνον που του αναθέτει την εργασία, με αποτέλεσμα να ξυλοκοπείται άγρια και να επιστρέφει στην καλύβα του πεινασμένος όπως πρώτα. Επειδή πάντως αυτός με τον οποίο γίνεται η συμφωνία για τη δουλειά προέρχεται από τη μεριά του σαραγιού και κατά κανόνα είναι Τούρκος, η σύγκρουση έπαιρνε στη συνείδηση του κοινού κι έναν εθνικοιδεολογικό χαρακτήρα. Ο Καραγκιόζης είναι εξαιρετικά άσχημος και καμπούρης. Έχει γυναίκα και παιδιά, που διαρκώς διαμαρτύρονται ότι πεινούν και δυστυχούν, αλλά αυτό δεν τον ενοχλεί ιδιαίτερα. Ο Μίμαρος του έφτιαξε έναν γιο (τον Κολλητήρι), που είναι αντάξιος του πατέρα του. Με τον καιρό, προστέθηκαν κι άλλοι (πιο γνωστός από αυτούς είναι ο Κοπρίτης). Μερικές φορές εμφανίζεται και η γυναίκα του (Αγλαΐα), ενώ από τις άλλες, γενικά πολύ λιγοστές γυναικείες μορφές, σχετικά συχνότερα εμφανίζονται οι Τουρκοπούλες Φατμέ και Σερίνη.

Ο Χατζηαβάτης έμεινε σε σημαντικό βαθμό ανεξέλικτος, σε σχέση με την αρχική τουρκική μορφή του. Φοράει τούρκικη φορεσιά και σκούφια. Παρουσιάζεται συνήθως τίμιος και σοβαρός, αλλά συχνά ενδίδει στους πειρασμούς του Καραγκιόζη και διαπράττει μαζί του διάφορες απάτες. Έχει την τάση να κολακεύει τους ισχυρούς και έτσι το όνομά του ταυτίστηκε στη νεοελληνική ζωή με τον δουλοπρεπή τύπο «τον αιώνια συμβιβαστικό και τον συνεργαζόμενο πάντα με τις δυνάμεις κατοχής της εξουσίας». Είναι κατά κανόνα ο μεσίτης του άρχοντα, αφού αυτός αναλαμβάνει να του βρει ανθρώπους για τις διάφορες εργασίες. Τελικά ο αναζητούμενος είναι ο Καραγκιόζης και μοιράζεται μαζί του, αντί για κέρδη, το ξυλοκόπημα. Ο Χατζηαβάτης μιλάει σε μια γλώσσα που περιέχει στοιχεία καθαρεύουσας. Εμφανίζεται λοιπόν και με κάποια στοιχειώδη μόρφωση.

Τον Σιορ-Διονύσιο τον επινόησε ο Μίμαρος. Είναι ο κατά φαντασίαν αριστοκράτης, που δυτικοφέρνει. Τραγουδάει ζακυνθινές καντάδες, ενώ η γλώσσα του είναι ένα κωμικά αποδιδόμενο επτανησιακό ιδίωμα.

Ο Μπαρμπαγιώργος, που θεωρείται η καλύτερη δημιουργία των ελλήνων καραγκιοζοπαιχτών, εκφράζει τον κάπως πρωτόγονο και απλοϊκό, αλλά αχάλαστο Έλληνα με τη ρουμελιώτικη καταγωγή του. Τον έπλασε ο μαθητής του Μίμαρου, Γιάννης Ρούλιας πάνω σε μια ιδέα του δασκάλου του. Είναι θείος του Καραγκιόζη, μένει στο χωριό, αλλά έρχεται στην πολιτεία, είτε για δουλειές του είτε για να βοηθήσει τον ανιψιό του στα διάφορα μπλεξίματά του, παρόλο που πιστεύει ότι είναι «λουμποδύτς». Μόνιμη είναι η σύγκρουσή του με τον Βεληγκέκα, ο οποίος πάντα κατατροπώνεται. Εύστοχα παρατηρήθηκε ότι η σύγκρουση αυτή είναι και μια παρηγοριά για τον τραγικό Πόλεμο του 1897.

Ο Σταύρακας (δημιούργημα του καραγκιοζοπαίχτη Γιάννη Μώρου) είναι ο μάγκας και ψευτοπαλικαράς, που τον πειράζει και διασκεδάζει μαζί του ο Καραγκιόζης.

Ο Τουρκαλβανός Βεληγκέκας (όπως ονομάζεται ο Δερβέναγας: επικεφαλής ανδρών που φύλαγαν τα περάσματα των βουνών) είναι το εκτελεστικό όργανο του Πασά. Αρχικά, όταν πρωτοεμφανίστηκε στην οθόνη η φιγούρα αυτή του Μίμαρου, έδερνε και τρομοκρατούσε, ώσπου ο Ρούλιας επινόησε τον αντίπαλό του Μπαρμπαγιώργο, που ανέτρεψε την κατάσταση.

Ο Μορφονιός είναι υπερβολικά άσχημος (έχει πελώριο κεφάλι, τεράστια μύτη), όμως αυτό δεν τον εμποδίζει να ερωτεύεται συνεχώς και να φαντάζεται πως είναι ωραίος, ενώ ο Εβραίος, από τη Θεσσαλονίκη, εκφράζει με τα κακά ελληνικά του (σε μια μακρόσυρτη ισπανική προφορά) τα γνωρίσματα του αντιπροσωπευτικού αυτού τύπου.

Ο Μπέης είναι ο πλούσιος Τούρκος αστός που αναθέτει δουλειές στον Καραγκιόζη μέσω του Χατζηαβάτη, ο Πασάς αντιπροσωπεύει τον ανώτατο Τούρκο αξιωματικό.Όσον αφορά το περιεχόμενο των παραστάσεων, αυτές είτε παρουσιάζουν κωμικά την καθημερινή ζωή είτε είναι εμπνευσμένες από τον παραδοσιακό λαϊκό πολιτισμό είτε, τέλος, έχουν ιστορικό και κατεξοχήν ηρωικό περιεχόμενο. Πάλι ο Μίμαρος θεωρείται ότι έστρεψε τις παραστάσεις του Καραγκιόζη και προς το ηρωικό δράμα, ενώ η σύνδεση με τον ελληνικό λαϊκό πολιτισμό είναι παλαιότερη, αναγόμενη στη παράδοση της Ηπείρου. Πολλά έργα της τρίτης (ιστορικής-ηρωικής) ομάδας έχουν για κεντρικούς ήρωες αγωνιστές της ελευθερίας, όπως είναι ο Αθανάσιος Διάκος, ο Μάρκος Μπότσαρης, ο Κατσαντώνης και άλλοι. Στο τέλος των παραστάσεων του είδους αυτού γινόταν η αποθέωση του ήρωα, καθώς άγγελος Κυρίου έπαιρνε την ψυχή του στον ουρανό, η μουσική έπαιζε εθνικούς σκοπούς και ένα κόκκινο βεγγαλικό φώτιζε τη σκηνή.

Με συνεχή εμπλουτισμό σε θέματα και μορφές ο «Καραγκιόζης» έγινε το αγαπητό λαϊκό θέαμα και παράστησε για πολλά χρόνια πρισματικά όλη την ελληνική πραγματικότητα και ιστορία. Σατίρισε επίκαιρα θέματα και γεγονότα, εξύμνησε παλιές δοξασμένες στιγμές, άσκησε κοινωνική κριτική. Μετά τη δεκαετία του 1930 το ευρύ λαϊκό κοινό το προσέλκυσε ο κινηματογράφος. Βεβαίως μέχρι σήμερα διατηρείται ως μια διασκεδαστική παράσταση, κυρίως για παιδιά.

 

Advertisements

2 thoughts on “Το ταξίδι του Καραγκιόζη από την Ανατολή στην Ελλάδα”

  1. Μπράβο, Ιφιγένεια για το κείμενο! Όμως όλο σε μια παράγραφο; Ξεχώρισε τα θέματα και δόμησέ το με παραγράφους. Ακόμη, πρόσεξε τα κενά σου μετά από σημεία στίξης. Ας πούμε μετά από τελεία θέλει ένα κενό.

    Ακόμη, θέλουμε και μια φωτογραφία!

    Και εδώ είμαστε.

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s