«ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗ»

Σωτήρης Σπαθάρης, Απομνημονεύματα και η τέχνη του Καραγκιόζη, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 1960, σελ. 291

αρχείο λήψης

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗ….

Στην αρχή του βιβλίου «Απομνημονεύματα και η τέχνη του Καραγκιόζη» του Σωτήρη Σπαθάρη συμπεριλαμβάνεται ένα δοκίμιο του Γιάννη Τσαρούχη στο οποίο εξυμνεί την λαϊκής φύσεως τέχνη του θεάτρου σκιών και ειδικότερα την καταλυτική συμβολή του Σωτήρη και του Ευγένιου Σπαθάρη σε αυτή. Ο συγγραφέας κάνει αναδρομή στις ρίζες του θεάτρου του Καραγκιόζη αναφερόμενος στους ανθρώπους που το συγκρότησαν. Πιο συγκεκριμένα μάς πληροφορεί πως ο Δημήτρης Μίμαρος (Δ. Σαρδούνης) τοποθέτησε οριστικά στο πανί την καλύβα στην αριστερή πλευρά και το σαράι στη δεξιά και ενέταξε έργα ηρωϊκού περιεχομένου (εμπνευσμένα από την επανάσταση του 1821), ο Μανωλόπουλος μεγάλωσε την οθόνη από 1,70×1μέτρο μέχρι 5μέτρα και ο Χαρίλαος ο Θεσσαλονικιός προσέθεσε δύο σκηνικά με στόχο την εναλλαγή εικόνων. Ο Σ. Σπαθάρης καθόρισε τη διαμόρφωση των φιγούρων που παριστάνουν πρόσωπα ιστορικά τα οποία έχουν πρότυπο τις φυσιογνωμίες ανθρώπων που έχουν ήδη υπάρξει. Ο γιος του, Ευγένιος, ξεκίνησε στο θέατρο φτιάχνοντας τις διαφημίσεις του θιάσου του πατέρα του, συνέχισε με την τέχνη της ζωγραφικής αποδίδοντας σκηνές του ιστορικού ρεπερτορίου σε μικρούς πίνακες όπου πάντα διατηρούσε στη δομή των φιγούρων του τα κύρια χαρακτηριστικά της λαϊκής ζωγραφικής. Ο Γ. Τσαρούχης επισημαίνει πως το συνολικό έργο της οικογένειας Σπαθάρη χαρακτηρίζει η αγνότητα και η ενότητα όσον αφορά τα εκφραστικά μέσα, το κύρος της λαϊκής συνειδήσεως, η καθαρότητα των γραμμών μέσα από την οποία αναδύεται «μια ξέχωρη ευαισθησία με την οποία πλουτίζει τα σχήματά του».

Στη συνέχεια ο Σωτήρης Σπαθάρης μοιράζεται τα βιώματα και τις εμπειρίες που τον οδήγησαν ν’ ανακαλύψει τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος μετέφραζε τον Καραγκιόζη στη ζωή του. Παρατήρησε λοιπόν και κατέγραψε όλα εκείνα τα σημεία όπου προδίδεται η ζωή των ηρώων του. Στο θέατρο σκιών δεν αρκεί ο σχηματισμός μιας φωνής. Θέλει ψυχή, ταύτιση και δικαίωση του ήρωα. Ν’ ανακαλύψω εμένα τι είναι αυτό που με κινεί να πιάσω τις σούστες και να πω «Ωωω ρε γλέντια! Θα φάμε, θα πιούμε και νηστικοί θα κοιμηθούμε!»

Ο συγγραφέας θυμάται όταν ήταν τεσσάρων –πέντε χρονών που έπαιζε μπροστά στο σπίτι του στην οδό Πελοποννήσου της περιοχής του Αμαρουσίου. Ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά του ένα ζευγάρι, τον άρπαξε και τον έβαλε μέσα σε μια καρότσα. Εκείνος φώναζε με όλη του τη δύναμη τον πατέρα του ο οποίος σαν από μηχανής θεός τελικά τον έσωσε. Ο συγγραφέας αρχίζει το έργο του πλέκοντας το εγκώμιο του πατέρα του, του δικού του ήρωα, του τολμηρού Καραγκιόζη του ο οποίος ήταν «ένας από τους πιο δυνατούς ανθρώπους που είχε τότες η Αθήνα». Ο μοναδικός φόβος του ήταν η αστυνομία που, όπως συμβαίνει και στις σκηνές του Καραγκιόζη με την εξουσία της δημόσιας τάξης, μονάχα στο άκουσμα της λέξης της «έτρεμε σαν το βρεμένο σκυλί». Ο πατέρας του καθώς δούλευε εργάτης στην Ακρόπολη είχε ένα δυστύχημα. Ενώ ο Καραγκιόζης του «ήτανε άκακος, του συνέβαιναν όλο ατυχίες». Αυτό είχε ως συνέπεια τη ραγδαία επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της οικογένειας. Ανήμπορος πια να δουλέψει οδηγήθηκε στη φτώχεια κι έτσι μαζί με τον γιο του βγήκε στη ζήτεια φωνάζοντας «Πεινάωωω». Λίγα χρόνια αργότερα οι γονείς του απέκτησαν άλλα δυο κορίτσια, την Κατίνα και την Αμαλία, συμπληρώνοντας τον αριθμό παιδιών που είχε ο Καραγκιόζης με την Αγλαΐα. Η Αμαλία ήτανε παιδί θετό το οποίο όσο τάιζε με το γάλα της η μητέρα του Σωτήρη έπαιρνε λεφτά από το Βρεφοκομείο. Η μητέρα του Σωτήρη, η Αγλαΐα του, χαρακτηρίζεται από τον ίδιο «αγαθή και αθώα». Είναι φορές που παρουσιάζεται υπομονετική και άλλες που αντιμετωπίζει τις καταστάσεις έχοντας παθητική στάση (όπως ακριβώς η Αγλαΐα η οποία είναι μια φιγούρα στον κόσμο του Καραγκιόζη που δεν βρίσκεται πάντοτε επί σκηνής).

Ο Σωτήρης είδε για πρώτη φορά θέατρο σκιών στο Μεταξουργείο με καραγκιοζοπαίχτη τον Γ. Μπράχαλη –με τον οποίο δούλεψε αργότερα- ενώ αλησμόνητη ήταν για εκείνον η φορά που είδε τον Καραγκιόζη παιγμένο από τον μετέπειτα δάσκαλό του Δ. Μίμαρο στα Παξιμαδέικα πίσω από τον σταθμό Πελοποννήσου. Παρά την αντίρρηση του πατέρα του (ο οποίος ήθελε ο γιος του να γίνει αρχιτέκτονας και κατέφευγε κάθε φορά να κάνει αυτό που θα έπραττε ο Καραγκιόζης, δηλαδή να τον δέρνει για να τον μεταπείσει) ο Σωτήρης άρχισε να παίζει θέατρο σκιών. Έγινε ο καλύτερος μαθητής και βοηθός του Θ. Θεοδωρέλλου που σύμφωνα με τα λεγόμενα του δεύτερου, ο Σωτήρης Σπαθάρης διέθετε όλες τις δεξιότητες και τις ικανότητες να τον αντικαταστήσει επάξια. Συνεργάστηκε με καταξιωμένους καλλιτέχνες του χώρου σε πολλούς τόπους της Ελλάδας οι οποίοι μεταξύ άλλων ήταν ο Γ. Χατζάρας, ο Γ. Νταντάης, ο Γ. Ιατρίδης (που για χρόνια έμεινε βοηθός του Σ. Σπαθάρη), ο Δ. Μπέκος, ο Α. Μόλλας, ο Μ. Ξάνθος και ο Μ. Μανωλόπουλος –εκ των οποίων οι τρεις τελευταίοι κατέληξαν οικογενειακοί του φίλοι-.

Επιπλέον εκφράζεται με τα καλύτερα λόγια (‘Μέχρι τώρα που γέρασα δε μπορώ να ξεχάσω τις μεγάλες καλοσύνες του Πέτρου’) για τον άνθρωπο που του έμαθε γράμματα «για να γίνει καλός καλλιτέχνης». Ο τραγουδιστής και σχεδιαστής από το Μεταξουργείο, Πέτρος Κυριάκος, ο δικός του Μπαρμπαγιώργος, τον προστάτευσε και τον υπερασπίστηκε τόσο στην προσωπική όσο και στην καλλιτεχνική του πορεία. Άνθρωπος ηθικός, δοτικός και τίμιος που «δεν ήταν μόνο που μου τραγούδαγε όταν μου ‘φτιαχνε φιγούρες, μα είχε και το νου του όταν έλεγα καμιά λέξη ανάποδα να με διορθώνει».

Όλο το έργο του Σ. Σπαθάρη διαπνέεται από το πείσμα, το πάθος και την πίστη που είχε ο συγκεκριμένος άνθρωπος όσο υπηρετούσε την τέχνη του Καραγκιόζη. Όπως χαρακτηριστικά μάς εξομολογείται «όλο μέσα στο νου μου έφερνε βόλτες ο Καραγκιόζης» διότι μόνον έτσι «αισθάνομαι την ψυχή μου να μου μιλά παιδιάστικα» και είναι βέβαιος πως «εάν αφήσω τον Καραγκιόζη, θα πεθάνω». Η αλήθεια είναι πως ο Σωτήρης στηλιτεύθηκε πολύ για την ιδιότητα του ως καραγκιοζοπαίχτης. Ήταν το επάγγελμα «που σιχαινόταν όλη η κοινωνία». Περιγράφεται παραστατικά η αντίδραση ενός αστυνομικού στο άκουσμα του επαγγέλματος αυτού (‘Καραγκιοζοπαίχτης είπες πως είσαι; Σπουδαίο υποκείμενο!΄). Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο οι καραγκιοζοπαίχτες την εποχή εκείνη δούλευαν με ψευδώνυμα. Ακόμη ένα άρθρο της εφημερίδας «Εστία» είχε τίτλο ‘Τι αστείο να ζητάνε σύνταξη κι αυτοί που κάνουν τον Καραγκιόζη’. Ο Σωτήρης έφαγε πολύ ξύλο όσο ήταν καραγκιοζοπαίχτης από τον πατέρα του για να εγκαταλείψει αυτή τη δουλειά, από αστυνομικούς και δικαστές (οι οποίοι, στο δικό του θέατρο, συμβολίζονται με τη φιγούρα του Δερβέναγα που εκπροσωπεί την εκτελεστική εξουσία της δημόσιας τάξης) που τον χλεύασαν ή που θεώρησαν πως το θέατρό του δημιουργεί προπαγάνδα και από τον προϊστάμενό του όταν δούλευε εργάτης στην οικοδομή ως εκδήλωση υποτίμησης του επαγγέλματος. Ο ίδιος ωστόσο δεν σήκωσε ποτέ το χέρι για να ανταποδώσει το χαστούκι παρά σήκωνε τα χέρια και τούς έπαιζε στα δάχτυλα!

Τέλος, ο Σ. Σπαθάρης επιλέγει να κάνει τον επίλογό του παραθέτοντας πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με την ιστορία της τέχνης του θεάτρου σκιών και τον τρόπο κατασκευής των φιγούρων και της σκηνής. Επιπλέον αναφέρεται στους βασικούς χαρακτήρες και στους εμπνευστές τους και αφηγείται ορισμένα από τα πλέον πετυχημένα ανέκδοτα και καλαμπούρια των σύγχρονών του καραγκιοζοπαικτών.

Υπογράφει η Δέσποινα Λαμπίδη.

Advertisements

Ένα σχόλιο στο «ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗ»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s