Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ ΣΤΗΝ 7η ΤΕΧΝΗ (Μέρος 2ο)

Ο ΣΎΓΧΡΟΝΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΆΦΟΣ

 

«ΘΕΟΦΙΛΟΣ»(1987)

του Λάκη Παπαστάθη

https://www.youtube.com/watch?v=Z5HYXmod8NM

    Η ταινία του Λάκη Παπαστάθη έχει ως κεντρικό της θέμα τη ζωή του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ (Δημήτρης Καταλειφός). Ο θρυλικός λαϊκός ζωγράφος και Μυτιληνιός τη καταγωγή, έζησε και έδρασε σε  μια εποχή, κατά την οποία το επίσημο ελληνικό κράτος εντατικοποιούσε την οργάνωσή του  κατά τα πρότυπα των κρατών του δυτικού  κόσμου, αλληθωρίζοντας προς την δυτική Ευρώπη και επιθυμώντας (κατά βάθος) να κόψει κάθε  επαφή με την ανατολική παράδοση. Ο Θεόφιλος, που συχνά φοράει και τα ρούχα των ηρώων που ζωγραφίζει, καταφέρνει να αποδώσει την ελληνικότητα με καθαρά προσωπική ματιά, τόσο μέσα από τα έργα του όσο κι από τον εκκεντρικό τρόπο ζωής του.

     Ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης της ταινίας, Λάκης Παπαστάθης, ξεκαθαρίζει εξαρχής ότι η πρόθεσή του δεν είναι να  παρουσιάσει μια βιογραφία του Θεόφιλου με  αυστηρά επιστημονικά και ιστορικά κριτήρια. Ο σκοπός του σκηνοθέτη είναι να παρουσιάσει τη ζωή του καλλιτέχνη μέσα από μία πιο ποιητική ματιά. «Τα κενά στη βιογραφία του Θεόφιλου ανοίγουν δρόμο στην αυθαιρεσία μας», αναφέρει ξεκάθαρα στην αρχή της ταινίας. Ένα από τα βιογραφικά κενά που αξιοποιεί ο Παπαστάθης είναι το αυτό της σχέσης του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου με τη λαϊκή τέχνη του Θεάτρου Σκιών. Σύμφωνα με το σενάριο της ταινίας, η επαφή του Θεόφιλου με τον Καραγκιόζη υπήρξε καταλυτική. Μέχρι την επαφή αυτή, ο ήρωας ήταν ντυμένος ακόμα με την ευρωπαϊκή ενδυμασία. Επηρεασμένος όμως από την παράσταση, και θέτοντας σαν πρότυπο τον πρωταγωνιστή της, τον ήρωα Κατσαντώνη, άλλαξε ριζικά τόσο τις ενδυματολογικές του προτιμήσεις όσο και την προσωπικότητά του ως λαϊκός καλλιτέχνης.

     Η φυσιογνωμία του Κατσαντώνη, είναι μία εύστοχη επιλογή, αφού εκτός από θρυλικός ήρωας την εποχή της τουρκοκρατίας, ήταν και μία από της πιο αγαπητές θεματικές του νεοελληνικού Θεάτρου Σκιών από το 19ο κιόλας αιώνα, έχοντας τις «ρίζες» του στο επικό Ηπειρώτικο Θέατρο Σκιών που είχε ακμάσει την ίδια εποχή στην Ήπειρο και με επίκεντρο τα Ιωάννινα ενώ αργότερα είχε αρχίσει να γίνεται γνωστό και στην αθηναϊκή πρωτεύουσα. Την ίδια περίπου εποχή, σύμφωνα πάντα με το σενάριο, ο Θεόφιλος αφού έχει καταταγεί στον ελληνικό στρατό και συμμετάσχει στον ελληνοτούρκικο πόλεμο κι ενώ έχει γνωρίσει πρώτα τη ζωή της δυτικότροπης υψηλής κοινωνίας, συναντά τις σκιές μιας λαϊκής μάντρας, και γίνεται μάρτυρας των τελευταίων σκηνών του Κατσαντώνη και του μαρτυρίου του από τον Αλή Πασά, τόσο με τις σκαλιστές φιγούρες και με τα σκαλιστά σκηνικά (ο τότε Καραγκιόζης δεν είχε ακόμη χρώμα), όσο και με την Αποθέωση. Φυσικά η Αποθέωση δεν είχε εμφανιστεί ακόμα τόσο νωρίς αλλά χάριν ποιητικής αδείας εσωκλείεται άριστα στην πλοκή του έργου. Όσα πρόσωπα παίζουν στην Αποθέωση είναι Έλληνες καραγκιοζοπαίχτες. Πρόκειται για τους Μίμη Μόλλα στο ρόλο του Κατσαντώνη, Μάνθο Αθηναίο στο ρόλο του Αλή πασά, Γιώργο Μαμάη στο ρόλο του δεσμοφύλακα και Σταμάτη Γενεράλη στο ρόλο του δήμιου Τσιγγινέ. Ο ήρωάς μας βλέπει τον ήρωα Κατσαντώνη, ντυμένο με φουστανέλα, να υπομένει βουβά το μαρτύριο του σφυροκοπήματος και τον Αλή Πασά να εξαγριώνεται που ο εχθρός του δεν βγάζει ούτε μία κραυγή πόνου. Και, τέλος, βλέπει την παράσταση να «δένεται» με το κοινό, όπως συμβαίνει πάντα στις παραστάσεις του Καραγκιόζη, όταν ένας επίσης φουστανελοφόρος θεατής πυροβολεί με στόχο τους ερμηνευτές της Αποθέωσης και χτυπάει με μια σφαίρα το βασανιστή Τσιγγινέ, εκφράζοντας έτσι τα αισθήματα της μάντρας αλλά και του Θεόφιλου. Στην επόμενη σκηνή της ταινίας, ο Θεόφιλος έχει φορέσει τη φουστανέλα, ταυτιζόμενος πλέον ψυχή τε και σώματι με τον Κατσαντώνη και κατ’ επέκταση με τον Ελληνα κλέφτη του βουνού.

      Η σκηνή στο θέατρο του Αντώνη Μόλλα καταφέρνει να παρουσιάσει τη σημαντικότητα της τέχνης του Θεάτρου Σκιών σε αυτή την κομβική φάση για την Ελλάδα. Η τέχνη αυτή αποτελεί τη σύνδεση της σύγχρονης Ελλάδας με το παρελθόν της. Η Αποθέωση είναι το συμβάν που αλλάζει τη ζωή του πρωταγωνιστή αποκαλύπτοντάς του ότι υπάρχει κι άλλος τρόπος να ζήσει, διαφορετικός από τον επικρατών δυτικότροπο. Ο φουστανελοφόρος που πυροβολεί το δήμιο κατά τη διάρκεια της Αποθέωσης, σηματοδοτεί για το Θεόφιλο την αντίδραση στον κατακτητή είτε αυτός είναι φυσικός όπως στην παράσταση του Κατσαντώνη (ο Τούρκος τύραννος) είτε πνευματικός (η επιρροή της δύσης στην τότε Ελλάδα). Μετά από αυτό το Θεόφιλος βρίσκει την ταυτότητα του και αλλάζει καθολικά τον τρόπο ζωής του.

 

«ΤΕΡΙΡΕΜ» (1987)

του Απόστολου Δοξιάδη

https://www.youtube.com/watch?v=4XPIjTVs-6M

      Ο Απόστολος Δοξιάδης σκηνοθετεί το «Τεριρέμ», θέτοντας στο σενάριό του το Θέατρο Σκιών ως μία βασική υποενότητα της ταινίας του. Η προσέγγιση αυτής της τέχνης προβλέπει και πάλι την κλασική θεώρηση μιας τέχνης που είναι πλέον νεκρή και μουσειακού ενδιαφέροντος. Ωστόσο, ο σκοπός του σκηνοθέτη δεν είναι η ιστορική διάσταση του θέματος και το πώς ο Καραγκιόζης οδηγήθηκε στην παρακμή. Με άλλα λόγια, η παρακμή αυτή θεωρείται δεδομένη στην ταινία, οπότε η αντιμετώπιση αυτής της παρηκμασμένης τέχνης καλείται να γίνει από μία άλλη οπτική γωνία, κάτι που φαίνεται και στην υπόθεση του έργου.

    Η θέση της τέχνης του Θεάτρου Σκιών στην ταινία αυτή παίζει ένα ρόλο καταλυτικό: Η παράσταση παίζεται επί τρία συνεχή βράδια με τον τίτλο «Ο Καραγκιόζης και το μαρτύριο του Χατζηδήμου». Πρόκειται για μια ηρωική παράσταση σε τρία μέρη: «Η Πτώση», «Το Μαρτύριο» & «Η Αποθέωση». Σύμφωνα με την υπόθεση του έργου, ο Χατζηδήμος έπεσε στην παγίδα των Τούρκων και δέχτηκε να ασπαστεί το μουσουλμανισμό. Την τελευταία στιγμή, όμως, θα αποφασίσει να μην αλλαξοπιστήσει, θα υποστεί βασανιστήρια και οι Άγγελοι θα ανεβάσουν την ψυχή του στον ουρανό. Την ώρα που ο Χατζηδήμος μαρτυρεί στο όνομα του Τριαδικού Θεού, η μουγκή κοπέλα και οι δύο μοναχοί ανακαλύπτουν οστά Αγίων Νεομαρτύρων της Τουρκοκρατίας, σύμφωνα με τα οράματα που έβλεπε η γριά. Η κοπέλα μαθαίνει να προσεύχεται χάρη στους μοναχούς, βρίσκει τη λαλιά της και επιστρέφει στον άντρα της, ο οποίος έχει μείνει μόνος του και έχει κάψει το θέατρό του μετά την ολοκλήρωση της παράστασης. Ταυτόχρονα λοιπόν με το τριμερές δράμα του Χατζηδήμου, εξελίσσεται και το εξίσου τριμερές δράμα της κοπέλας και του καραγκιοζοπαίχτη: Οι δυο τους θα γνωρίσουν την πτώση μέσα από την αμοιβαία απιστία τους, οι δυο τους θα βιώσουν το μαρτύριο (απόπειρα αυτοκτονίας της κοπέλας και κάψιμο του μπερντέ), η κοπέλα θα γίνει καλά χάρη στο θαύμα και θα γυρίσει στον άντρα της που κλαίει, κάνοντάς τον κοινωνό της κάθαρσης.

            Το έργο δέχτηκε αυστηρή κριτική τόσο για το θρησκευτικό του περιεχόμενο όσο και για τη δομή του. Ο Απόστολος Δοξιάδης καταφέρνει να εκφραστεί τελικά μέσα από τις παράλληλες ιστορίες που καταλήγουν στο κεντρικό νόημα. Ωστόσο, και η δομή αυτή κατηγορήθηκε εξίσου από την κριτική, η οποία μίλησε για «χάσμα» και «αποδιοργάνωση» του ρυθμού και για «αποδυνάμωση» της ταινίας. Η απάντηση στις παραπάνω κριτικές είναι δυνατό να δοθεί μέσω της παράστασης του Καραγκιόζη, ο οποίος κατέχει σταθερά το κεντρικό σημείο αναφοράς σε όλο το έργο μέσα κυρίως και από τη θεματολογία του συγκεκριμένου έργου. Γύρω από το δράμα του Χατζηδήμου, εκτυλίσσεται το δράμα του ζευγαριού. Κατά συνέπεια, την ίδια στιγμή, παρακολουθούμε δύο δράματα: το ένα πίσω από το πανί και το άλλο μπροστά από το πανί. Κοινή συνισταμένη τους είναι η πτώση, το μαρτύριο και η αποθέωση. Κοινός παρονομαστής τους είναι το παρόμοιο θρησκευτικό περιβάλλον της Τουρκοκρατίας και της σύγχρονης εποχής, με κοινό συνδετικό κρίκο τα οστά των Νεομαρτύρων που βρέθηκαν την ώρα της παράστασης. Μια τέτοια πολυσύνθετη κινηματογραφική δόμηση του έργου με τόσες αρμονικά πλεγμένες διακλαδώσεις, είναι κρίμα που δεν εκτιμήθηκε από την κριτική. Όπως είναι κρίμα που δεν εκτιμήθηκαν και οι θρησκευτικές ανησυχίες της ταινίας. Και κυρίως είναι κρίμα που δεν αναδείχτηκε (από την κριτική) ο κομβικός ρόλος του Θεάτρου Σκιών, η ορθότατη θεματικά επιλογή των ηρωικών παραστάσεων και ακόμα η εξαιρετική συνεργασία με τον Ευγένιο Σπαθάρη σε εικαστικό επίπεδο και προφανώς σε επίπεδο κατευθυντήριων οδηγιών και συμβουλών.

    Με άλλα λόγια, πρόκειται για μια ταινία που αξιοποιεί το γεγονός της παρακμής του Θεάτρου Σκιών, για να το προωθήσει σκηνοθετικά ως μέσο για την ανάδειξη της αμαρτίας και της πτώσης, του μαρτυρίου και της θυσίας, της κάθαρσης και της αναβάπτισης. Η τέχνη του Καραγκιόζη λοιπόν είναι ο καθρέφτης για την κοπιώδη και βασανιστική πορεία προς μια λύτρωση και μια αναγέννηση. Είναι προφανές ότι η ταινία μπόρεσε να αναδείξει την εξωπραγματική και υπερβατική διάσταση των σκιών όχι μόνο στον παρόντα κόσμο με το θαύμα, αλλά και στην πέραν του τάφου ζωή μέσω της συμβολικής και αισθητικής διάστασης των σκιών σε σχέση με τον ψυχισμό του καραγκιοζοπαίχτη και της συζύγου του. Για το λόγο αυτό, η φιλοσοφία του Θεάτρου Σκιών προβάλλεται μέσω του «Τεριρέμ» με εξαιρετικά αποτελεσματικό τρόπο, σχετίζοντας το μυστικισμό και τον ονειρικό κόσμο της σκιάς αφενός με τη θρησκευτικότητα και την πίστη και αφετέρου με την προσευχή και την προσδοκία της μετά θάνατον ζωής.

«Ο ΔΡΑΠΕΤΗΣ» (1991)

του Λευτέρη Ξανθόπουλου

https://www.youtube.com/watch?v=MX-KYYlPXBw

     Ο σκηνοθέτης Λευτέρης Ξανθόπουλος, ως τις αρχές της δεκαετίας του 1990, ήταν γνωστός για τα μικρού και μεγάλου μήκους ντοκιμαντέρ του και κυρίως για το μεγάλου μήκους δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ με τον τίτλο «Καλή πατρίδα, σύντροφε» (1986). Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ο Ξανθόπουλος αποφασίζει να ασχοληθεί με το Θέατρο Σκιών και τον Καραγκιόζη μέσα από την ταινία του «Ο δραπέτης».

     Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, σε μια Ελλάδα που αλλάζει, ο σπουδαίος καραγκιοζοπαίχτης Αντώνης Μπάρκας βλέπει με λύπη την τέχνη του να παρακμάζει. Ο ίδιος αρνείται να αλλάξει το επάγγελμά του και είναι έτοιμος να αγωνιστεί, για να επιβιώσει. Ωστόσο, το ευρύτερο κοινωνικό του περιβάλλον σταδιακά εγκαταλείπει τον καλλιτέχνη Μπάρκα: Η αδερφή του στρέφεται εναντίον του. Ο υποψήφιος γαμπρός του τον εκβιάζει, για να την παντρευτεί. Ο ιδιοκτήτης της μάντρας του θέλει να του κάνει έξωση και να μετατρέψει το Θέατρο Σκιών σε κινηματογράφο. Οι συνεργάτες του τον εγκαταλείπουν με πρώτο το βοηθό του, ο οποίος επιλέγει να γίνει ηθοποιός. Το κοινό του προτιμά να βλέπει κινηματογραφικές ταινίες. Οι συνάδελφοί του τον αποθαρρύνουν. Ο κινηματογράφος δρα ανταγωνιστικά σε βάρος του Καραγκιόζη. Ο νεκρός πατέρας του καραγκιοζοπαίχτη εμφανίζεται τα βράδια στον ύπνο του, τον αναζητεί και τον περιμένει. Ο Μπάρκας δεν αντέχει σε αυτήν τη μάχη και πεθαίνει μαζί με την τέχνη του.

    «Ο Λευτέρης Ξανθόπουλος στον Δραπέτη αντιμετωπίζει φολκλορικά τούτον τον παμπάλαιο ήρωα (ενν. τον Καραγκιόζη) και το θέατρό του. Η ταινία προσπαθεί να είναι μια ελεγεία για τον “παλιό καλό καιρό” και “τα όμορφα πράγματα που χάνονται” μάλλον, παρά ένας στοχασμός πάνω στο Θέατρο Σκιών και τους ανθρώπους του. Ο Αντώνης Μπάρκας (ο Κώστας Καζάκος κάνει ό,τι μπορεί, για να περισώσει έναν σεναριακά ατελώς διαγραμμένο χαρακτήρα, και μπορεί πολλά) θα μπορούσε να είναι ο Αντώνιος Μόλλας. Άλλωστε, το όνομα Αντώνης του ήρωα της που ασφαλώς δεν είναι τυχαίο, μας επιτρέπει να κάνουμε τοσυνειρμό. Όμως, καταρχήν ο σεναρίστας και ύστερα ο σκηνοθέτης δεν διευκρινίζουν την πολύ κρίσιμη σχέση του καραγκιοζοπαίχτη με το βοηθό του. Ο Στράτος Τζώρζογλου, ταχύτατα και δικαιότατα ανερχόμενος ηθοποιός με γνήσια κινηματογραφική στόφα, μένει σχεδόν αναξιοποίητος. Είναι φανερό πως ο σκηνοθέτης “συμπαθεί” περισσότερο τον αξιοπρεπή, σοβαρό και φανατικά προσηλωμένο στη σπουδαία τέχνη του, Αντώνη (Καζάκο). Είναι αστείο να κλαψουρίζει κανείς, γιατί πέθανε ο Καραγκιόζης και οι καραγκιοζοπαίχτες. Ήταν ένας αναχρονισμός και αισθητικός, και ιστορικός, και κοινωνικός. Ο τραγουδιστής του καραγκιοζοπαίχτη (ένας τρίτος πολύ καλός κινηματογραφικός ηθοποιός, ο Γιώργος Νινιός, μένει κι αυτός αναξιοποίητος) θα μπορούσε να είναι ο κρίκος που ενώνει φυσιολογικά το Θέατρο Σκιών των παλιών Κινέζων με το Θέατρο Ηλεκτρικών Σκιών των σημερινών Κινέζων- και όλου του κόσμου. Δυστυχώς, ο φίλος Λευτέρης Ξανθόπουλος εδώ δεν είναι τουλάχιστον ο καλός ερευνητής, που ήταν στις προηγούμενες ταινίες του» (Β. Ραφαηλίδη, Ελληνικός Κινηματογράφος- Κριτική: 1965-1995, εκδ. Αιγόκερως, Αθήνα 1995, σ. 260-261).

    Αν και το έργο κρίθηκε αυστηρά, «η αναπαράσταση του θεάματος παρέμεινε “μετέωρη” και “αποσπασματική”», ενδεικτικές λεπτομέρειες του έργου αποδεικνύουν ξεκάθαρα τη βαθιά γνώση του αντικειμένου από μέρους του δημιουργού. Είναι σίγουρο ότι το θέαμα αναπαρίσταται με όλες του τις λεπτομέρειες, καθώς η έννοια του Θεάτρου Σκιών δεν είναι μόνο το θέαμα, αλλά είναι και κάτι περισσότερο: φιλοσοφία, αισθητική, ιστορία και λαογραφία. Επίσης, αποδίδεται πλήρως η σχέση του Μπάρκα με το ευρύτερο περιβάλλον του. Ακόμα και η σχέση του καραγκιοζοπαίχτη με το βοηθό του είναι σαφές ότι αναπτύσσεται ολοκληρωμένα, εξαιτίας της οριστικής απόφασης του τελευταίου να φύγει με το μπουλούκι, κάτι που τελικά συνέβη, ακριβώς επειδή ο θάνατος του μάστορα διευκόλυνε αυτήν τη φυγή. Η σχέση τους ήταν ήδη καταδικασμένη από το χρόνο και τελικά ο θάνατος λειτούργησε λυτρωτικά και για το βοηθό αλλά και για την καταπιεσμένη αδερφή του Μπάρκα, όπως η ίδια ομολογεί στο τέλος. Σαν μελετητές μας δίνεται, χάρη στην ταινία, η δυνατότητα να παρακολουθήσουμε τη σχέση του μάστορα με τους βοηθούς του. Ο θάνατος του καλλιτέχνη και κατ’ επέκταση του Καραγκιόζη είναι η τραγική κατάληξη αυτής της ταινίας και αυτό είναι το τελικό μήνυμα του σεναρίου, για μια εποχή που τελειώνει με τους υπερασπιστές της να προτιμούν να πεθάνουν όρθιοι για την τιμή των όπλων, παρά να σιγοσβήνουν περιμένοντας βασανιστικά το τέλος.

« ΤΑ ΔΕΛΦΙΝΑΚΙΑ ΔΕΛΦΙΝΑΚΙΑ ΤΟΥ ΑΜΒΡΑΚΙΚΟΥ» (1993)

του Ντίνου Δημόπουλου

https://www.youtube.com/watch?v=sj7zxOlKH70

     Η κινηματογραφική ταινία του Ντίνου Δημόπουλου (1921-2003), η οποία βασίζεται σε ένα μυθιστόρημα του ίδιου του σκηνοθέτη, με τον τίτλο «Τα Δελφινάκια του Αμβρακικού». Το εν λόγω μυθιστόρημα κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το έτος 1988 από τις εκδόσεις «Καστανιώτη» και τιμήθηκε, το 1989, με το Βραβείο Διεθνούς Κριτικής Επιτροπής του Πανεπιστημίου της Πάντοβα. Στα 1993, τέλος, το βραβευμένο αυτό λογοτεχνικό έργο μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο από τον ίδιο το συγγραφέα.

            Το 1930, στο Κοχύλι, μια παραθαλάσσια επαρχιακή κωμόπολη, ο 8χρονος Πέτρος (Σταύρος Ντογιάκος) και η 7χρονη Ανθούλα (Κωνσταντίνα Αλευρά) ανακαλύπτουν σιγά-σιγά τον κόσμο που τους περιβάλλει. Μιλούν με τα ζώα, τρέχουν πίσω από τα πουλιά, μαθαίνουν τα πρώτα λόγια του αιώνιου τραγουδιού της αγάπης. Όταν συναντούν τον Πάνο (Σπύρος Πανταζής), ένα συνομήλικό τους αγόρι, που πάσχει από φυματίωση και οι δικοί του το έχουν εγκαταλείψει να πεθάνει μόνο, σε μια απομονωμένη καλύβα, του φέρονται με καλοσύνη και αγάπη. Ξεπερνούν τους φόβους, τις προκαταλήψεις και την απανθρωπιά των μεγάλων και αντιμετωπίζουν τον καινούργιο τους φίλο, σαν να ήταν υγιής, όπως αυτοί.

            Είναι αλήθεια ότι πρόκειται για μια παιδική ταινία που αντανακλά προφανώς τα παιδικά βιώματα του ίδιου του σκηνοθέτη, ο οποίος είχε γεννηθεί και μεγαλώσει στα ίδια μέρη που διαδραματίζεται αυτό το έργο. Σε γενικότερες γραμμές, επίσης, η λαϊκή τέχνη του Καραγκιόζη ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη και αγαπητή στην τότε δυτική Ελλάδα, με αποτέλεσμα έτσι να δικαιολογείται και η αξιοποίηση της τέχνης του Θεάτρου Σκιών, κατά την πορεία της αφήγησης. Τα παιδιά της ταινίας γνώριζαν τον Καραγκιόζη από τις παραστάσεις, στην περιοχή τους, κάποιου καραγκιοζοπαίχτη με το πιθανότατα πλασματικό όνομα «Μιχάλαρος». Θέλουν λοιπόν να δώσουν μια δική τους παράσταση Θεάτρου Σκιών, για να μαζέψουν χρήματα και να βοηθήσουν τον άρρωστο φίλο τους. Η αναπόληση των σχετικών βιωμάτων του σκηνοθέτη είναι ολοφάνερη, καθώς πολλοί καλλιτέχνες είχαν ξεκινήσει ανεπίσημα την καριέρα τους, δίνοντας παραστάσεις Καραγκιόζη από την παιδική τους κιόλας ηλικία, ιδίως μάλιστα σε μέρη με κάποια παράδοση στο χώρο του Θεάτρου Σκιών, όπως ήταν η τότε δυτική Ελλάδα. Ο Πέτρος προτιμούσε, στην αρχή, να παρουσιάσουν το έργο «Ο Καραγκιόζης Σερίφης», επηρεασμένος προφανώς από τον κινηματογράφο της εποχής του, καθώς ήδη, από την αρχή της ταινίας, παρακολουθεί μαζί με την Ανθούλα την κλασική βωβή κωμωδία του Τσάρλι Τσάπλιν «Το Χαμίνι» (“The Kid”). Η αρχική του σκέψη ήταν να βάλει την Ανθούλα να παίξει το ρόλο της γοργόνας, αλλά τελικά, μετά από την παρέμβαση του έμπειρου Γιωργή (δηλαδή του μεγάλου αδερφού του Πέτρου), αποφασίζουν να παρουσιάσουν ένα γνωστότερο και κλασικότερο έργο, τον «Καραγκιόζη Φούρναρη», ενώ το ρόλο της γοργόνας θα τον έπαιρνε η Βεζυροπούλα. Τα παιδιά ετοιμάζουν τις φιγούρες, διαφημίζουν την παράσταση, μαζεύουν πολλ ά λεφτά και όλη η εκδήλωση στέφεται με απόλυτη (εμπορική αλλά και καλλιτεχνική) επιτυχία. Στο σύντομο απόσπασμα αυτής της παράστασης, παρουσιάζονται μόνο οι σκαλιστές φιγούρες του Καραγκιόζη και του Κολλητηριού με τη σκαλιστή καλύβα στα δεξιά και το σκαλιστό σαράι στα αριστερά. Ακούγονται τα τραγούδια των παιδιών, με τη συνοδεία μιας φυσαρμόνικας και, κατά τον τελικό χορό, ο Καραγκιόζης και το Κολλητήρι αποχαιρετούν το κοινό τους. Δυστυχώς, συγκεκριμένα επιπλέον αποσπάσματα του «Φούρναρη» δεν παρουσιάζονται στην ταινία, ίσως επειδή ο σκηνοθέτης δεν ήθελε τόσο να περιγράψει λεπτομερώς αυτήν την παιδική δουλειά, όσο να αναδείξει την όλη προσπάθειά τους, που είχε τεράστιο παιδαγωγικό αλλά και κοινωνικό ενδιαφέρον, πέρα βεβαίως από τις δεδομένες καλλιτεχνικές ανησυχίες των συγκεκριμένων παιδιών και κατ’ επέκταση γενικότερα της παιδικής ηλικίας. Εξάλλου, αυτό είναι και ένα από τα βασικότερα μηνύματα της ταινίας, δηλαδή το ότι ο Καραγκιόζης αποτελεί γνήσια έκφραση της παιδικής ψυχής, της παιδικής αυτενέργειας και της δημιουργικότητας, κάτι που επιβεβαιώνει και τη μεγάλη αξία αυτής της τέχνης για την εκπαίδευση αλλ ά και γενικότερα για την καθημερινότητα του παιδιού.

    Με άλλα λόγια, ο σκηνοθέτης ολοκληρώνει, συνειδητά και αποτελεσματικά, μια παιδαγωγική θεώρηση για το Θέατρο Σκιών μέσω του κινηματογράφου, την οποία είχε αρχίσει πρώτος ο Γρηγορίου και η οποία (αφού πορεύτηκε, μέσω και άλλων έργων για το παιδί ως θεατή του Καραγκιόζη), έφτασε στο αποκορύφωμά της με το παιδί ως δημιουργό και καραγκιοζοπαίχτη, πίσω από τον μπερντέ.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s