Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ ΣΤΗΝ 7η ΤΕΧΝΗ (Μέρος 1ο)

     Το θέατρο σκιών αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του ελληνικού πολιτισμού. Αν και ο κινηματογράφος αρχικά αποτέλεσε ανταγωνιστής του, οι δύο τέχνες δεν άργησαν να «συμφιλιωθούν» και ο Καραγκιόζης να αποτελέσει πηγή έμπνευσης για πολλούς σκηνοθέτες. Από την απαρχή του ελληνικού κινηματογράφου, έχουν γίνει αναφορές σε μελοδράματα, εμπορικές κωμωδίες του ασπρόμαυρου κινηματογράφου αλλά και νεότεροι κινηματογραφιστές άντλησαν έμπνευση από αυτή την  τέχνη, χωρίς, φυσικά, να λείπουν και τα ντοκιμαντέρ για το θέμα.

ΑΣΠΡΌΜΑΥΡΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΆΦΟΣ

« ΤΟ ΠΙΚΡΌ ΨΩΜΊ» (1951)

του Γρηγόρη Γρηγορίου

 https://www.youtube.com/watch?v=nJQKRyYRZvA

     Το «Πικρό Ψωμί» θεωρείται ότι είναι το πιο σημαντικό έργο της σκηνοθετικής καριέρας του Γρηγόρη Γρηγορίου (1919-2005). Η αξία αυτής της ταινίας για τη μελέτη μας, περί του Καραγκιόζη, έγκειται στην εμφάνιση του 27χρονου τότε Ευγένιου Σπαθάρη. Η σπουδαιότητα της ταινίας έγκειται, από ιστορικής αλλά και από αισθητικής πλευράς, αφενός στο ότι είναι η παλιότερη κινηματογραφημένη εμφάνιση αυτού του καλλιτέχνη και αφετέρου ως η παράσταση που εγκαινιάζει το άνοιγμα του Σπαθάρη τόσο στις άλλες τέχνες όσο και στον παιδικό κοινό.

            Η κινηματογράφηση της παράστασης του Καραγκιόζη στο «Πικρό Ψωμί» έχει την ανεκτίμητη αξία της αποτύπωσης ενός είδους τέχνης στα πρότυπα του ντοκιμαντέρ, και μάλιστα για πρώτη φορά στον ελληνικό κινηματογράφο, κάτι που όμως τελικά ενσωματώνεται (στην προκειμένη περίπτωση) μέσα στα πλαίσια της μυθοπλασίας. Ειδικότερα, σχετικά με την παρουσία της τέχνης του Καραγκιόζη στο «Πικρό Ψωμί», αφηγείται ο Γρηγορίου τα εξής: «Σε μια σκηνή, η Ζαφειρίου αποφασίζει να πουλήσει τις βέρες της σε κάποιο σαράφικο της οδού Περικλέους απέναντι από το Χρηματιστήριο. Η σκηνή γυρίστηκε εκ του φυσικού. Η μηχανή κρύφτηκε σε ένα αυτοκίνητο και η Ζαφειρίου πλησίασε τον υπαίθριο σαράφη και του πούλησε στ’ αλήθεια τις βέρες. Μόνο όταν τέλειωσε η λήψη, ο σαράφης κατάλαβε πως έπαιζε, χωρίς να το θέλει, σε ταινία. Ευτυχώς, που ασκούσε τότε ακόμα μια γοητεία ο κινηματογράφος και ο σαράφης δεν μας έβρισε. Κάτι μουρμούρισε μόνο πως του φάγαμε την ώρα. Το ίδιο έγινε και με τον Γιάγκο. Τον έβαλα να πουλήσει σκόρδα έξω από τη λαχαναγορά. Και τη σκηνή του Καραγκιόζη τη γύρισα με τον ίδιο τρόπο. Έβαλα τον Ευγένιο Σπαθάρη να παίξει ένα βράδυ και φώναξα όλα τα πιτσιρίκια της γειτονιάς να παρακολουθήσουν. Η σκηνή γυρίστηκε με δυο μηχανές. Η μία έπαιρνε το πανί του Καραγκιόζη με τις φιγούρες και η άλλη κρυμμένη πίσω απ’ το πανί έπαιρνε τις αντιδράσεις των παιδιών. Είχα την εντύπωση πως πρωτοτυπούσα. Όλα αυτά όμως γινόντουσαν από πολλά χρόνια πριν στο εξωτερικό. Εμείς, ωστόσο, εξακολουθούσαμε να ανακαλύπτουμε τον κινηματογράφο» (Γρ. Γρηγορίου, Μνήμες σε Άσπρο και σε Μαύρο: Τα ηρωικά χρόνια, τόμ. Α΄, εκδ. Αιγόκερως, Αθήνα 1988, σ. 106-107).

     Πρόκειται για το παλιότερο κινηματογραφικό κειμήλιο παράστασης του Καραγκιόζη, όχι μόνο για τον Σπαθάρη αλλά και γενικότερα, καθώς το «Πικρό Ψωμί» είναι η πρώτη ελληνική ταινία που αποθανάτισε τέτοιου είδους σκηνές. Η ιδέα επίσης του Γρηγορίου να κινηματογραφήσει και τις αντιδράσεις των μικρών θεατών, αναμφιβόλως, ήταν ένα εξαιρετικό εύρημα, μέσα από το οποίο αναδεικνυόταν η αμεσότητα του θεάματος. Για παράδειγμα, στις τελευταίες σκηνές, ακούγεται η φωνή ενός παιδιού να σχολιάζει για τα λεφτά που πήρε ο Καραγκιόζης από τον Ταχήρ: «Δυο καντάρια φασολάδα θα πάει να φάει τώρα». Η δομή του έργου, τέλος, ακολουθεί έναν ορθό ρυθμό: Χορός Καραγκιόζη, αναγγελία έργου, καυγάς Μπαρμπαγιώργου και Βεληγκέκα, συνάντηση Χατζηαβάτη και Ταχήρ, συνάντηση κατόπιν του Καραγκιόζη με τον Χατζηαβάτη και ενημέρωση για τη δουλειά που προσφέρει ο Πασάς, διάλογος Καραγκιόζη και Ταχήρ, ολοκλήρωση της συμφωνίας για να δουλέψει ο Καραγκιόζης ως γραμματικός και σχετική ενημέρωση του Πασά από τον Ταχήρ. Το έργο σταματάει εδώ. Είναι κρίμα που δεν συνεχίστηκε και άλλο η παράσταση, αλλά προφανώς δεν ήταν αυτός ο βασικός σκοπός του σκηνοθέτη. Είναι κρίμα, επίσης, που ο Γρηγορίου δεν κινηματογράφησε τον Ευγένιο Σπαθάρη και πίσω από τον μπερντέ. Τέλος, είναι κρίμα που ο ήχος δεν είναι ιδιαίτερα καλός και ιδίως είναι κρίμα που ο σκηνοθέτης παρεμβάλλει σκηνές με τους ήρωες της ταινίας, κατά τη διάρκεια της παράστασης, με συνέπεια δυστυχώς να μην φαίνονται ή να μην ακούγονται ή και να χάνονται εντελώς κάποια από τα ενδιάμεσα κομμάτια της παράστασης.

     Πέρα πάντως από την ιστορικότητα του ζητήματος αυτού, υπάρχει και η άλλη σπουδαία διάσταση των ιδιαίτερων αισθητικών συμβολισμών της παράστασης, καθώς ο Γρηγορίου ίσως και να μην εστιάζει τυχαία στο παιδικό κοινό και στις αντιδράσεις του. Με τον τρόπο αυτό, δηλώνεται (ίσως και προφητικά) ότι η τέχνη του Καραγκιόζη οδηγείται σταδιακά σε μια μετάλλαξη μέσα από την αλλαγή του κοινού της και ιδίως μέσα από την απώλεια του λαϊκού κοινού των μεγάλων, υπέρ της ενίσχυσης της παιδικής ταυτότητας του νέου κοινού. Πράγματι, στα κατοπινά χρόνια, η αλλαγή αυτή αρχίζει να συντελείται στην κρατική τηλεόραση και με τον Ευγένιο Σπαθάρη ως τον πιο βασικό συντελεστή αυτής της μεταβολής.

pikro_psomi_-_002

« ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Ο ΑΔΙΚΗΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ» (1959)

Του Βασίλη Γεωργιάδη και του Ερρίκου Θαλασσινού

https://www.youtube.com/watch?v=Tz0PQ_SWKrs

      Ο Βασίλης Γεωργιάδης σε συνεργασία με το βοηθό του, Ερρίκο Θαλασσινό γύρισαν το 1959 την ταινία «Καραγκιόζης, ο αδικημένος της ζωής». Το σενάριο ήταν γραμμένο από τον πρωταγωνιστή της ταινίας, τον ηθοποιό Θάνο Κωτσόπουλο (1911-1993), ο οποίος προχώρησε στην ελεύθερη διασκευή μιας νουβέλας του Γιάννη Βλαχογιάννη (1867-1945) με τον τίτλο «Της τέχνης τα φαρμάκια». Το έργο του Βλαχογιάννη είχε ως κεντρικό θέμα του την τέχνη του Θεάτρου Σκιών μέσα από τα μάτια του καραγκιοζοπαίχτη Φούλια, ο οποίος σαν όνομα παρέπεμπε σαφώς στον καραγκιοζοπαίχτη Γιάννη Ρούλια (περίπου 1855-1905). Ο Γιάννης Ρούλιας καταγόταν από την Αμφιλοχία και είχε διαπρέψει στην Αθήνα, κατά τη δεκαετία του 1890, ως ο καραγκιοζοπαίχτης που επέβαλε τη φιγούρα του Μπαρμπαγιώργου και τις ηρωικές παραστάσεις Θεάτρου Σκιών.

    Από τη νουβέλα του Βλαχογιάννη, διαπιστώνουμε ότι στο σενάριο κρατήθηκαν ως χαρακτήρες μόνο οι πιο σημαντικοί ήρωες του βιβλίου, δηλαδή ο καραγκιοζοπαίχτης και οι δυο μόνο από τους τρεις βοηθούς του. Το σενάριο του Κωτσόπουλου μεταφέρει την υπόθεση του έργου αρκετά χρόνια μετά τα γεγονότα που περιγράφει ο Βλαχογιάννης. Ο ένας από τους βοηθούς του Φούλια δουλεύει στην Αθήνα ως οδηγός ταξί. Ο δεύτερος είναι ιδιοκτήτης κινηματογράφων στην Αμερική και επιστρέφει στην Ελλάδα για διακοπές. Πρόκειται, ουσιαστικά, για τον Αποφόρη και τον Τσιμπλή, τους δύο εκ των τριών βοηθών του Φούλια, οι οποίοι στην ταινία μετονομάζονται σε Χασομέρη (Θανάσης Βέγγος) και Χαραμοφάη (Μιχάλης Μπούχλης) αντίστοιχα. Στη νουβέλα του Βλαχογιάννη, υπήρχε και ένας ακόμα βοηθός, ο αποκαλούμενος «Βρακάκιας», ο οποίος όμως (στο τέλος της νουβέλας) δεν ακολούθησε τελικά τον Φούλια. Το όνομα του Φούλια επίσης αλλάζει στην ταινία και ο καραγκιοζοπαίχτης αποκτά το ονοματεπώνυμο Σταμάτης Τρανός. Αυτοί οι τρεις τύποι (ο Τρανός και οι δύο βοηθοί) είναι το βασικό κοινό σημείο του σεναρίου με τη νουβέλα.

    Οι δύο βοηθοί λοιπόν, συναντιούνται κι αποφασίζουν να βοηθήσουν τον μάστορά τους. Η εποχή που περιγράφει ο Κωτσόπουλος, είναι εποχή παρακμής για τον άλλοτε σπουδαίο καλλιτέχνη Σταμάτη Τρανό, ο οποίος τριγυρνάει στις πλατείες κουρελής και μονίμως μεθυσμένος με τις φιγούρες του στο χέρι. Έχει γίνει πλέον ένας γραφικός τύπος της πλατείας, γνωστότερος και ως ο «Καραγκιόζης ο μπεκρής». Ο Τρανός δεν κατάφερε να συμπορευτεί με τις νέες αλλαγές και προτίμησε να σβήσει μαζί με την τέχνη του.

    Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι ταινία μας παρουσιάζει τον κινηματογράφο ως την κύρια αιτία της παρακμής του πρωταγωνιστή. Ουσιαστικά, η ταινία δεν μας δίνει κάποιο στοιχείο για το θέατρο σκιών εκτός από την κόντρα του με τον τότε νεοαφειχθέντα κινηματογράφο. Είναι άλλη μια ταινία που αναφέρεται σε επαγγέλματα που χάνονται, η οποία δεν ξεφεύγει από τα όρια του κλασσικού μελοδράματος. Άξια αναφοράς όμως είναι η συμμετοχή του Μίμη Μόλλα, που πρόσφερε τις σκαλιστές φιγούρες του και τις συμβουλές του.

     Παρ’ όλ’ αυτά όμως, μας δίνει αφορμή να γνωρίσουμε τη νουβέλα του Γιάννη Βλαχογιάννη, από την οποία και παραθέτω το  ακόλουθο απόσπασμα, στο οποίο ο Γιάννης Ρούλιας, μιλά για την τέχνη του: «-Στην τέχνη δε με φτάσανε! Εγώ την τελειοποίησα. Εγώ ήβρα τα χρώματα στα ρούχα, έκαμα το σαράι του Πασά όπως το βλέπεις σήμερα, παλάτι φανταχτερό που δεν ματαγίνηκε άλλο, τέλος εγώ… ανακάλυψα τον Μπαρμπαγιώργο! Πρωτύτερα δηλαδή δεν ύπαρχε Μπαρμπαγιώργος στη σκηνή των Καραγκιόζηδων. Βασίλευε ο Ντερβέναγας. Έδερνε, τσάκιζε κόκαλα. “Ρε, είπα με τον εαυτό μου, αυτός δηλαδή, όλο και θα δέρνει όλο τον κόσμο… ο παλιαρβανίτης, δηλαδή, αιωνίως και τουμπανίως θα κυριαρχεί; Τούρκος κι Αρβανίτης πέρασε πια η δόξα τους… γιατί λοιπόν το ξύλο;”. Ε, ρε, Θεούλη μου, το τι γίνηκε κείνη τη βραδιά, άμα πρωτοβγήκε ο Μπαρμπαγιώργος με τις φουστανέλες του, με τα μεϊντανογέλεκά του, με τ’ άρματά του, και σου τον άρπαξε το Βεληγκέκα -πάει, χάλασε το θέατρο! Τρελάθηκε ο κόσμος, ρε παιδάκι μου! Τι τα θέλεις όμως… Πήρανε κι οι άλλοι καραγκιοζοπαίχτες τον Μπαρμπαγιώργο… Κανένας τους δε μ’ έφτασε, ούτε θα με φτάσει! Τον Μπαρμπαγιώργο εγώ τον έβγαλα από την ψυχή μου, καλύτερα να πω, τον κουβάλησα από το χωριό μου, την πατρίδα μου! Ο Μπαρμπαγιώργος είναι Ρουμελιώτης, ρε, κι άμα δεν ξέρεις από Ρούμελη, Μπαρμπαγιώργο δεν καταλαβαίνεις» (Γ. Βλαχογιάννη, Της τέχνης τα φαρμάκια, εκδ. Χειρόγραφα, Θεσσαλονίκη 1990, σ. 64-65, 67).

«ΔΥΣΚΟΛΟΙ ΔΡΟΜΟΙ» (1965)

του Νέστορα Μάτσα

https://www.youtube.com/watch?v=FAEEIR2En1A

    Ο Νέστορας Μάτσας (1930-2012) ασχολήθηκε κατά κύριο λόγο με το ντοκιμαντέρ (με θέματα ιδίως λαογραφικά και ιστορικά), λαμβάνοντας πολλά βραβεία και σημαντικές διακρίσεις. Ένα από τα λίγα του έργα μυθοπλασίας είναι οι «Δύσκολοι δρόμοι». Πρόκειται για μία σπονδυλωτή ταινία, δεν έχει ως κύριο θέμα της το θέατρο σκιών αλλά τον αγώνα για μια καλύτερη ζωή μέσα από τις ζωές των φτωχών ανθρώπων. Σύμφωνα με το σενάριο, ο πατέρας του πρωταγωνιστή, ο γέρο-Στάμος (Λαυρέντης Διανέλλος), είναι ένας άλλοτε σπουδαίος καραγκιοζοπαίχτης, ο οποίος όμως παρήκμασε, ξεχάστηκε και πεθαίνει μαζί με την τέχνη του.

     Στο μέρος της ταινίας που μας ενδιαφέρει, Ο άρρωστος καραγκιοζοπαίχτης μαθαίνει ότι ο γιος του αντιμετωπίζει προβλήματα με τις σπουδές και τη δουλειά του, με τους φίλους του και την κοπέλα του. Αποφασίζει τότε να σηκωθεί από το κρεβάτι και να βοηθήσει το γιο του, όσο μπορεί, με τις συμβουλές του, την πείρα του και κυρίως με την ελπίδα ότι ο γιος του, Δημήτρης, δεν θα φύγει στο εξωτερικό. Θέλει επίσης να δώσει επιτέλους και πάλι την παράσταση που ονειρευόταν στο παλιό του θεατράκι. Ο Στάμος θα έπαιζε με έγχρωμες φιγούρες (αλλά χωρίς σκηνικά), ενώ ο λατερνατζής (Βασίλης Αυλωνίτης) ανέλαβε την ενημέρωση του κόσμου για την παράσταση και έβαλε τη λατέρνα του να παίζει κατά τη διάρκεια του έργου. Ο κόσμος μαζεύτηκε και ανυπομονούσε να αρχίσει το έργο με τον τίτλο «Ο γυρισμός του παλικαριού», η έναρξη του οποίου συνέπεσε και με το γυρισμό του Δημήτρη στο θεατράκι. Ο γέρο-Στάμος, χαρούμενος για την επιστροφή του γιου του, ξεκίνησε την παράσταση με το κωμικό διάλογο του Καραγκιόζη με τον Χατζηαβάτη, αλλά πριν προλάβει να πει μερικές κουβέντες, η φωνή του σβήνει, οι φιγούρες πέφτουν από το πανί και (τελικά) ο καραγκιοζοπαίχτης πεθαίνει πάνω στη σκηνή, αφήνοντας σαν παρακαταθήκη στο Δημήτρη τις φιγούρες του, τη σοφία του και την ευχή του.

    Παρά το αισιόδοξο μήνυμα της, οι απόψεις της ταινίας για το Θέατρο Σκιών είναι δυσοίωνες. Άλλωστε ο Νέστορας Μάτσας είχε εκφράσει επανειλημμένα την ανησυχία του για την τέχνη του θεάτρου σκιών: «Σήμερα βέβαια (ενν. στα 1954) ο Καραγκιόζης ανήκει οριστικά κι ανεπίστρεπτα στο παρελθόν. Έχει πια γδυθεί από τη φήμη του κι απ’ τη μαγεία του και έμεινε, για τη νεότερη γενεά τουλάχιστον, σαν ένας μακρινός θρύλος. Θέατρα Σκιών που να δίνουν οργανωμένες και τακτικές παραστάσεις, όπως γινόταν έως πριν από λίγα χρόνια, δεν υπάρχουν και οι περισσότεροι “δεξιοτέχνες” του είδους έστρεψαν προς άλλους τομείς, πιο πρακτικούς και πιο αποδοτικούς, το ενδιαφέρον τους. Το μεγαλύτερο όμως πλήγμα για  τον Καραγκιόζη ήταν ο θάνατος του Μόλλα, ενός καλλιτέχνη προικισμένου με εκπληκτικό ταλέντο, πλούσια φαντασία και πηγαίο χιούμορ, στον οποίο το Θέατρο Σκιών στην Ελλάδα οφείλει σχεδόν τα πάντα. Ο Μόλλας, που οι παλιότεροι θυμούνται ακόμη τις έξοχες παραστάσεις του, ήταν πραγματικά μια ιδιοφυΐα. Εκτός από τη σπάνια κλίμακα φωνής που είχε, κατόρθωνε να πλάθει έναν ολόκληρο κόσμο που ζούσε και κουνιόταν γεμάτος χιούμορ κι άνεση πίσω από τον φωτισμένο “μπερντέ”. Με το θάνατό του, το 1949 νομίζω, το Θέατρο Σκιών έχασε έναν από τους δημιουργικότερους και πιο ευφάνταστους καλλιτέχνες του. Κι ήταν αυτό μια ακόμη αφορμή πλάι στις τόσες άλλες, για ν’ ακολουθήσει το θέατρο αυτό την τροχιά της δύσεως…» (Ν. Μάτσα, «Ο Καραγκιόζης: Ένα θύμα των καιρών», ΕΚΛΟΓΗ, τεύχ. 104 (6/1954), σ. 26-27). Ευτυχώς το πέρας του χρόνου τον διέψευσε.

    Αν και ο δημιουργός της ταινίας έτρεφε φανερή συμπάθια αλλά απαισιόδοξα λαογραφική και καθαρά μουσειακή αντίληψη για το Θέατρο Σκιών, δεν προσφέρει και πολλά πράγματα με την ταινία του στην τέχνη του Καραγκιόζη. Η ταινία δεν ξεφεύγει από τα ώρια του μελοδράματος, όπως και η ταινία του Βασίλη Γεωργιάδη, «Καραγκιόζης: ο αδικημένος της ζωής». Από την ταινία του Μάτσα, συνεπώς, απομένει μόνο το μελόδραμα για τα χρόνια που έφυγαν και μια νοσταλγική διάθεση. Με άλλα λόγια, η ταινία του Μάτσα επιβεβαιώνει τις θέσεις με τις οποίες είχε κλείσει το κείμενο της «Εκλογής», έντεκα χρόνια πιο πριν, μιλώντας για τον Ευγένιο Σπαθάρη και για το μέλλον του Καραγκιόζη: «Ο Ευγένιος, προικισμένος και μ’ ένα δυνατό ταλέντο λαϊκού ζωγράφου, συνεχίζει με προσήλωση την παράδοση του Θεάτρου Σκιών και θα τη συνεχίζει, καθώς λέει, σ’ όλη του τη ζωή. Φτάνει αυτή η πίστη για να νικήσει ο Καραγκιόζης τη σκληρή δοκιμασία του χρόνου και, προ πάντων, τους νέους καιρούς; Ποιος ξέρει; Οπωσδήποτε, κι αν η εποχή μας αρνηθεί ολότελα το Θέατρο Σκιών, ο Καραγκιόζης έχει μια ξεχωριστή θέση στη νεότερη ιστορία μας. Κι αυτήν κανένας δεν μπορεί να του την αρνηθεί»

ΠΟΝΗΡΟΣ ΠΡΑΚΤΩΡ ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ» (1966)

του Γιώργου Παπακώστα

https://www.youtube.com/watch?v=kdJGHJxKNJQ

      Μια από τις κατηγορίες κινηματογραφικών κωμωδιών είναι αυτές στις οποίες οι ηθοποιοί υποκρίνονται τους ίδιους τους ήρωες της τέχνης του Θεάτρου Σκιών, δηλαδή ενσαρκώνουν τον ίδιο τον Καραγκιόζη και την παρέα του, μέσα στον τρισδιάστατο χώρο και χωρίς τις δισδιάστατες σκιές. Αυτή η πρακτική έχει αξιοποιηθεί σε ηχογραφήσεις και ιδίως στο θέατρο με τον Καραγκιόζη να έχει ερμηνευτεί από ηθοποιούς όπως π.χ. η Κοτοπούλη, η Ραλλού Μάνου, ο Παπαγιαννόπουλος, ο Κατσαδράμης, ο Τσακίρογλου, ο Νέζερ, ο Λαζάνης και ο Βαμβακίδης. Στην ίδια κατηγορία εντάσσονται και ελάχιστες ελληνικές ταινίες. Μία αποκλειστικά τέτοιου είδους ταινία είναι η κωμωδία της εταιρείας Κλακ Φιλμ και του Γιώργου Παπακώστα, σε σενάριο Θόδωρου Τέμπου με τον τίτλο «Πονηρός Πράκτωρ Καραγκιόζης» (1966), στην οποία «ο Πασάς αρρωσταίνει από μια σπάνια αρρώστια και ο γιατρός του δεν μπορεί να τον βοηθήσει. Ο Καραγκιόζης, μπαρμπέρης και πρακτικός γιατρός, που καλείται να τον γιατρέψει, εκμεταλλεύεται τη γνωριμία του με τον Πασά: από τη μια πλευρά, προθυμοποιείται να μεταφέρει μια επιστολή του Νιόνιου στην αγαπημένη του Ζαχρέ, την κόρη του Βεληγκέκα, και από την άλλη, δεν διστάζει να πουλήσει το σεράι στον Μπαρμπαγιώργο, που έρχεται να εγκατασταθεί στην πόλη. Στο τέλος, μαζί με το Κολλητήρι, φεύγει στο Διάστημα. Γυρισμένη σε μια εποχή που οι περιπέτειες των μυστικών πρακτόρων ήταν της μόδας, η ταινία (πέραν του τίτλου της, δεν έχει καμιά σχέση με το είδος των ταινιών κατασκοπείας) δανείζεται στοιχεία από το αμερικανικό μπουρλέσκ και στηρίζεται στον αυτοσχεδιασμό των ηθοποιών, για να διασκευάσει για την οθόνη το έργο του Θεάτρου Σκιών Ο Καραγκιόζης Γιατρός» (Δ. Κολιοδήμου, Λεξικό Ελληνικών Ταινιών από το 1914 μέχρι το 2000, εκδ. Γένους, Αθήνα 2001, σ. 377). Στην ταινία αυτή, οι φιγούρες του μπερντέ αποκτούν «σάρκα και οστά»: Καραγκιόζης ο θεατρικός ηθοποιός Γιώργος Δάνης, αν και ο ίδιος δεν είχε διακριθεί γενικότερα σε κωμικούς ρόλους. Μπαρμπαγιώργος ο επιβλητικός και κατεξοχήν μεγάλος κωμικός Βασίλης Αυλωνίτης. Πασάς ο ογκώδης και σπαρταριστός Κώστας Δούκας (γνωστότερος και ως το αφεντικό του μπακαλόγατου Χατζηχρήστου). Χατζηαβάτης  ο Γιάννης Φέρμης, τυποποιημένος σε ρόλους υπερευαίσθητου και καχεκτικού ανθρωπάκου. Βεληγκέκας ο Ζαννίνο, τυποποιημένος επίσης σε ρόλους αγροίκου και αγανακτισμένου επιτηρητή της τάξης. Ζαχρέ η Ντίνα Τριάντη και Νιόνιος ο Τάκης Μηλιάδης. Η ίδια πρακτική, πάντως, συναντιέται σπανιότατα στις ελληνικές ταινίες, όπως π.χ. (αποκλειστικά και πάλι) στη βιντεοκωμωδία της Leon Film «Ο Καραγκιόζης» (1989) με τους Μπάμπη Ανθόπουλο και Κώστα Μακέδο ή στο φιλμ «Τσακιτζής, ο προστάτης των φτωχών» (1960) του Κώστα Ανδρίτσου, σε σενάριο Νίκου Φώσκολου, με τους Ανδρέα Μπάρκουλη (Τσακιτζής), Στέφανο Στρατηγό (Πασάς), Νάσο Κεδράκα (Καραγκιόζης) και Τάκη Μηλιάδη (Χατζηαβάτης).

Advertisements

Ένα σχόλιο στο Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ ΣΤΗΝ 7η ΤΕΧΝΗ (Μέρος 1ο)

  1. Νίκο, ωραίο και χορταστικό το αφιέρωμά σου στον ελληνικό κινηματογράφο. Εύγε! Το μόνο που θα ήθελα είναι να φαίνεται καθαρά πάντοτε ο δικός μας λόγος από τα κείμενα που έχουμε χρησιμοποιήσει για να φτιάξουμε την εργασία μας. Μπορεί αυτό να το αφήσουμε για αργότερα και να το ξεχάσουμε. Όταν, λοιπόν, έχουμε αυτούσια παραθέματα πρέπει, οπωσδήποτε, να τα βάλουμε εντός εισαγωγικών « », αναφέροντας την προέλευσή τους. Ακόμη και όταν λέμε με δικά μας λόγια κάτι που έχουμε διαβάσει οφείλουμε να πούμε πού το έχουμε βρει. Εδώ, στο κείμενό σου θα πρέπει να αναφερθεί το αφιέρωμα στο θέμα Καραγκιόζης και Κινηματογράφος που έχει κάνει το περιοδικό Σωματείου Θέατρου Σκιών το 2012. Τα πλήρη στοιχεία μπορείς να τα καταγράψεις εσύ στο κείμενό σου.

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s