[ Ο Καραγκιόζης]

Το απόσπασμα που ακολουθεί προέρχεται από το μυθιστόρημα του Γιάννη Καλπούζου, Ιμαρέτ: Στη σκιά του ρολογιού, στο οποίο παρουσιάζεται η ζωή δυο ομογάλακτων αγοριών, ενός Έλληνα κι ενός Τούρκου, στην πολυπολιτισμική Άρτα στα τέλη του 19ου αιώνα. Ο Λιόντος περιγράφει πώς ο Μπεχζάτ, μεγάλος αδελφός του φίλου του Νετζίπ, έστηνε τις παραστάσεις του Καραγκιόζη κάθε βράδυ σε διάφορα σημεία της πόλης και σχολιάζει τις αντιδράσεις του πλήθους απέναντι στο λαϊκό αυτό θέαμα.

Στις 8 Σεπτεμβρίου ήχησαν τα κανόνια του κάστρου σηματοδοτώντας την έναρξη του Ραμαζανιού. Ο Μπεχζάτ έστησε τον μπερντέ του στο Γυαλί Καφενέ, παίζοντας κάθε βράδυ και διαφορετική ιστορία, μέχρι το Μπαϊράμ. Ανάλογα με το εθνικό στοιχείο κάθε πόλης όπου ταξίδευε ο Μπεχζάτ προσάρμοζε τη γλώσσα των έργων. Στην περίπτωση της πόλης μας, όλες οι παραστάσεις δίνονταν στα ελληνικά, αν και οι τίτλοι των έργων διατηρούσαν την τούρκικη ονομασία, συνοδευόμενοι με την ελληνική μετάφρασή τους.
Δέκα παράδες η είσοδος, και στο Γυαλί Καφενέ δεν έπεφτε καρφίτσα. Στην τιμή περιλαμβάνονταν ο καφές και ο ναργιλές. Πληρώνοντας ο καθένας ακόμα τρεις τέσσερις παράδες παράγγελνε μπακλαβά, σερμπέτι ή ρακή και παρακολουθούσε την τρίωρη παράσταση. […]
Ογδόντα έως εκατό αρσενικοί, μικροί και μεγάλοι, συνωστίζονταν κάθε βράδυ στην αίθουσα και μαγεμένοι κάρφωναν τα μάτια τους στον μπερντέ, απ’ όπου παρήλαυναν ο Κάραγκιοζ, ο Χάτζηβατ, ο μπαμπα- Ιμέτ, η Ζένε, ο Τσελεμπή, τα τζιν, ο νάνος Μπεμπερουχή, ο οπιομανής Τιριακή, ο μεθύστακας Σαρχός, ο βουνίσιος Ζεϊμπέκ, ο αλήτης Κιουλχάνμπεη, ο Φρενκ (Φράγκος), ο Λαζ (Λαζός), ο Αρναούτ (Αλβανός), ο Άραπ, ο μάγειρας Μεμίς, ο Τσουφούτ (Εβραίος), ο Ρουμ (Έλληνας) κι άλλοι ήρωες, ανάλογα με το έργο, και χρησιμοποιούνταν περίπου εξήντα δερμάτινες φιγούρες σε καθένα. Όσο για τις γυναίκες, δεν είχαν την ευκαιρία να απολαύσουν τον Καραγκιόζη, λόγω του γενικότερου αποκλεισμού από τις δημόσιες εκδηλώσεις αλλά και της βωμολοχίας που ανέπτυσσαν οι ήρωες. Παρ’ όλα αυτά, ενδεδυμένες μερικές με αντρικά ρούχα παρακολουθούσαν τις υπαίθριες θερινές παραστάσεις στην πλατεία Ώρας.
Για όσο διάστημα έπαιζε ο Μπεχζάτ, ήμαστε μόνιμοι θαμώνες στο Γυαλί Καφενέ. Μαζί με το πλήθος του κόσμου αδημονούσαμε να δώσει το σύνθημα της έναρξης ο βιολιτζής και ν’ αρχίσουν να ξετυλίγονται στον μπερντέ έργα όπως Ο μάγειρας, Οι μάγισσες, Ο φύλακας, Η γειτονιά, Η βρύση, Το φαρμακείο, Ο μεγάλος γάμος, Η ψεύτικη νύφη, Η κούνια, Ο γραφιάς, Το τρελοκομείο, Ο Καραγκιόζης παλαιστής, Ο μπαξές, κι ακόμα πόσα άλλα.
Όταν ο Καραγκιόζης απηύθυνε το λόγο στο κοινό, όπως συνήθιζαν οι καραγκιοζοπαίχτες, και ειδικά σ’ εμένα και στο Νετζίπ, κάναμε σαν παιδιά και ανταπαντούσαμε στις αισχρολογίες και τα ευφυολογήματα. Αν και υπήρχε μερική προσυνεννόηση με τον Μπεχζάτ, δεν έπαυε να τονώνεται ο εγωισμός μας και να μας κολακεύουν τα βλέμματα και οι εκφράσεις θαυμασμού και επιδοκιμασίας των υπολοίπων, καθώς φαινόμαστε ετοιμόλογοι και εύστοχοι στα λεκτικά και βωμολοχικά κονταροχτυπήματα μεταξύ μπερντέ και αίθουσας.
Ο πειναλέος Καραγκιόζης, με τον τεράστιο φαλλό , που έφθανε να τον κουβαλά στον ώμο, τη μύτη σαν του παπαγάλου και το ένα μάτι σαν χάντρα περιγεγραμμένο με χοντρή μαύρη γραμμή, που έκανε το ασπράδι να φαίνεται έντονα ζωηρό, ο μορφωμένος Χάτζηβατ, ως παρωδία των ανθρώπων της ανώτερης τάξης, η πονηρή και ελευθερίων ηθών Ζένε, ο καλοξυρισμένος Τσελεμπή, επίσης με μεγάλο φαλλό, κι ο αφελής, αγαθός και άξεστος μπαμπα- Ιμέτ, αλλά και οι αισχρολογίες και τα τολμηρά αστεία, έκαναν τους θεατές, ανεξαρτήτου ηλικίας, να ξεσπούν σε ηχηρά και σπαρταριστά γέλια. Εξάλλου, κι όπως οι περισσότεροι εναντιώνονταν στους «κακούς» και υποστήριζαν τους «καλούς», νόμιζε κανείς πως πρόκειται περί πραγματικών καταστάσεων κι όχι έργων επί του μπερντέ.
Στο τέλος κάθε παράστασης, ο Μπεχζάτ, εν είδει κριτικής, έβαζε τον ήρωα Καραγκιόζη να υπερασπίζεται τον «Καραγκιόζη» ως θέατρο σκιών και καταφερόταν εναντίον των ντόπιων αρχόντων και γραμματιζούμενων γιατί εμφανίζονταν πολέμιοι του είδους. Τότε το κοινό ξεσπάθωνε ομοθυμαδόν με υβρεολόγιο και συνθήματα, σε βαθμό που, αν τύχαινε να παρευρίσκεται κάποιος εξ αυτών στην αίθουσα – πράγμα απίθανο-, να κινδυνεύει να τον λιντσάρουν.
Φρικτό θέαμα ονόμαζαν τα μέλη της ανώτερης τάξης της πόλης μας τον «Καραγκιόζη» και θα συνέχιζαν να κάνουν το ίδιο πολλά χρόνια αργότερα. Τότε που τη θέση του μπαμπα- Ιμέτ θα έπαιρνε ο μπαρμπα- Γιώργος ή του Φρενκ ο Διονύσιος και οι Έλληνες καραγκιοζοπαίχτες θα έγραφαν έργα επί το ελληνικότερον, θα αφαιρούσαν ήρωες ή θα τον εμπλούτιζαν με νέους και θα διαφοροποιούσαν σε άλλους ορισμένα χαρακτηριστικά, όπως αφαιρώντας τον διονυσιακού τύπου φαλλό του Καραγκιόζη, αυξάνοντας τις σφαλιάρες, μακραίνοντας ακόμα πιο πολύ το ένα χέρι του και ελαφρύνοντας γενικότερα τη βωμολοχία.

Γιάννης Καλπούζος, Ιμαρέτ, Στη σκιά του ρολογιού, εκδόσεις Μεταίχμιο

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s