ΜΑΘΗΜΑ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΜΟΝΟ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ

Ο Ευγένιος Σπαθάρης ως άγγελος στην αποθέωση του Αθανασίου Διάκου, 1948. Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη.
Ο Ευγένιος Σπαθάρης ως άγγελος στην αποθέωση του Αθανασίου Διάκου, 1948. Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη.

Καλοκαίρι στον Πειραιά. Τα παιδάκια ντυμένα με ναυτικά από ψιλόριγο μπλε κι άσπρο για τις καθημερινές, από κάτασπρο λινό για τις Κυριακές και εορτές. Τα κορίτσια με μακριά μαλλιά και φιόγκους και σαρλότες. Τ᾽ αγοράκια με καπέλα ψάθινα, μ᾽ ένα όνομα ενδόξου πολεμικού πλοίου πάνω στην κορδέλα.

Οι καλές οικογένειες κάθονταν στα νεοκλασικά σπίτια, ψηλοτάβανα και δροσερά, κατασκότεινα, όπως τό ᾽θελε ο συρμός και η μέχρι τρέλλας φροντίδα για την πάστρα.

Άσπρα κεντητά στόρια, από βαρύ λινό κρεμ, άσπρα ντύματα στα έπιπλα των πεντακάθαρων σαλονιών. Σπίτια δίπλα στη θάλασσα, με καρυάτιδες και μπαλαούστρες εξ οπτής γης. Διάφορα αγάλματα, επίσης πήλινα, φερμένα μάλλον απ᾽ την Ιταλία. Ο Ερμής, ο Ποσειδών, η Αθηνά, όλος ο κόσμος μιας Αρχαιότητος της σκηνογραφικής σκιαγραφίας, που ερχόταν ξανά ύστερ᾽ από αιώνες στη χώρα με το χρυσό κι ασημένιο φως, απ᾽ όπου ξεκίνησε. Μέσα σ᾽ αυτή την κοινωνία, την ξετρελλαμένη για Ευρωπαϊκά και Βόρεια σχέδια και ιδέες, όπου οι θρήσκες μικροαστές ντύνονταν σαν τις Ρωσίδες πριγκίπισσες και τα καταμελάχροινα παιδάκια των βιοπαλαιστών σαν τα πριγκιπόπουλα του Βορρά.

Σ᾽ αυτόν τον κόσμο που ανάσαινε τον γλυκόν θαλάσσιο αέρα της Αττικής, στα καφενεία με τις γκαζόζες, δίπλα στην αντανάκλαση των σπιτιών μέσα στο νερό, όπως στα έργα του Κλωντ Λωρέν σχεδόν, μετά την δύση του ηλίου μόλις νύχτωνε, ακουγόταν μια φωνή αντρική, μαγευτική, υποβλητική, λες η φωνή του μεγάλου Πανός γεμάτη ανηλεή ειρωνία.

Ήταν η φωνή του καραγκιοζοπαίχτη, μέσα στη νύχτα που αμυδρά φώτιζε η ασετυλίνη του μπερντέ. Παγίδα αναπόφευκτη για τις αγνές παιδικές φαντασίες. Μέσα σ᾽ αυτήν την δυνατή φωνή, όλο το μέλλον του οργανισμού τους.

Ο Χαρίδημος εκεί κάπου στη Φρεαττύδα κι ο μεγαλοπρεπής Δεδούσαρος απέναντι στον Όμιλο των Ερετών, κοντά στο αξιοθαύμαστο σπίτι του Στρίγκου.

Οι ρεκλάμες του Δεδούσαρου πάνω στο φτηνό χαρτί του μέτρου, υπόλευκο σαν τον κάμπο των λευκών ληκύθων, ζωγραφισμένες με ώχρα, φούμο, χοντροκόκκινο κι άσπρο (με τα χρώματα που αργότερα θα μάθαινα στα αρχαιολογικά βιβλία πως τα λένει Πολυγνώτια), εκφράζανε με σχήματα και συνδυασμούς χρωμάτων το μεγαλείο της φωνής, που κάνει αισθητή τη βροντή της αυτοσυγκέντρωσης. Ελληνικά πράγματα, ρωμαίϊκα, αναγγέλανε κάθε μέρα, νυχτερινές τελετές του λόγου και της φωνής.

Αγνές φωνές, ρωμαίϊκες, αποκαλυπτικές μέσα στο μυστήριο της νύχτας. Τί χαρά για τα παιδιά και τους μεγάλους! Αφού τέλειωσαν το δείπνο τους με γλυκύτατα βερύκοκκα ή μυρωδάτο πεπόνι, να εγκαταλείψουν τα ψευτομεγαλοπρεπή μέγαρά τους με τα ζωγραφιστά ταβάνια, για να πάνε στον Καραγκιόζη! Τί μαγεία οι γλυκές φωνές των ηρώων του ᾽21, σαν τις φωνές των καλών διάκων της εκκλησίας. Οι καρπαζιές κ᾽ οι κεφαλιές, όλος αυτός ο δυνατός και οργιώδης κόσμος, αναζωογονούσε τις ψυχές ύστερα από μια σαχλή μέρα, κατά την οποία οι γονείς, με μιαν άτυχη Λεβαντίνα, βασανίζανε τα παιδιά τους να μάθουν γαλλικά, ενώ οι κόρες κάποιας ηλικίας εβόμβιζαν στο κλειδοκύμβαλο το Chagrin d’amour, το Prière d’ une Vierge, τον Χορχόρ Αγά ή την Βαρκαρόλα του Όφφενμπαχ.

Η πρώτη εντύπωση που είχα απ᾽ τον Καραγκιόζη, όταν ήμουν ένα μικρό παιδάκι δειλό, υποχρεωτικά ντυμένο με τις κολαρίνες, τα πανταλόνια ώς τα γόνατα, και τα μποττάκια με τα κουμπιά, ήταν μια εντύπωση ενός φυσικού μεγαλείου, ενός μεγαλείου γεμάτου μυστήριο, όπως είναι ο λόγος ο ανθρώπινος. Μοιραία λέξη, που μ᾽ αυτήν τόσοι ματαιόσπουδοι Έλληνες εννοούν τις αφόρητες σάχλες της «Λογοτεχνίας».

Ο Καραγκιόζης, ήδη, από κείνη την εποχή που δεν ήξερα τίποτα, με γέμιζε με κείνο το αίσθημα της πληρότητας στην περιοχή της ανθρώπινης φωνής, που αργότερα θα μού ᾽δινε η ανατολίτικη ζωγραφική με τα καθαρά χρώματά της, όπως κάθε μεγάλη τέχνη, με βαθειά πίστη και γι᾽ αυτό μ᾽ ασήμαντα μέσα. Από κείνη την ηλικία διαισθανόμουνα πως η λεπτότητα πρέπει να συνυπάρχει με κάτι πολύ πρωτόγονο κι απλό για νά ᾽ναι αληθινή λεπτότητα, δηλαδή οξύτητα κι όχι αδυναμία. Αργότερα, έμπλεξα, μοιραία, με τους κύκλους των διανοουμένων, σωστή όαση για ένα νέο της αστικής τάξης που τον είχαν ζαλίσει οι σοφές συμβουλές των γονέων, θείων και φίλων της οικογενείας. Συμβουλές για μια μόνιμη θέση, ή δίπλωμα, ή μέλλον, για το «μήνας μπαίνει – μήνας βγαίνει». Συμβουλές ανθρώπων ευϋπόληπτων, που, κατά σύμπτωση, πεθάναν όλοι φτωχεμένοι, εγκαταλειμένοι σε άθλια νοσοκομεία.

Όλοι αυτοί οι διανοούμενοι με τις ρηξικέλευθες επαναστάσεις τους, ουσιαστικά ήθελαν ν᾽ αντικαταστήσουν το βαρύ ζυγό της ζωής μ᾽ έναν ελαφρύ. Μέχρι σήμερα τους υποψιάζομαι. Οι επαναστάσεις που δίδασκαν ήταν διευκολύνσεις. Η φωνή του μεγαλοπρεπούς Δεδούσαρου μέσα στη νύχτα, φωνή του Πανός και των Σατύρων, του Διός και του Αριστοφάνη, ερχότανε σ᾽ όλη μου τη ζωή, σαν ένας έλεγχος θείου δαιμονίου, που με υποχρέωνε να περιφρονώ με νεανική σκληρότητα κάθε τι το «φιλολογικό», το «πολιτισμένο», το «καλλιτεχνικό». Στον Καραγκιόζη οφείλω, όσο και σε μερικά άλλα πράγματα, Ελληνικά, αυτή την κυνική σκληρότητα, το οργιώδες πάθος για την απόλυτη ηθική, όπως την εννοούσαν οι Αρχαίοι. Ο αξέχαστός μου φίλος Δημήτρης Καπετανάκη, όταν μιλούσα με ασέβεια για τη Χαϊλδεβέργη, έλεγε μισοπροσβεβλημένος, μισοενθουσιασμένος: «Είμαι ένας τερατώδης έφηβος». Τί θά ᾽ταν αλήθεια το πάθος μου για τα γερμανικά νεοκλασσικά σεράγια του Πειραιώς, κατοικίες ματαιοδοξίας αστών Μέσης Ανατολής, αν δεν είχα ακούσει στην τρυφερή μου εκείνη ηλικία, τον ασήμαντο και τιποτένιο Καραγκιόζη, που μέσα από την άκρα του φτώχεια γκρέμιζε το κάθε τι, για να δικαιώσει τον ανθρωπισμό τους. Μέσ᾽ στον τιποτένιο Καραγκιόζη αντίκρυσα σαν πραγματικότητα, κι όχι σαν αντικείμενο μουσείου, όλη τη γλύκα του Ανατολίτικου ρεαλισμού. Το γλυκό κουκούτσι ενός καρπού που έλειψε στις μέρες μας. Το Our, οι Ασσύριοι, ο πλούτος με το τίποτα των Αρχαϊκών, όλ᾽ αυτἀ ζωντανά σύμβολα ουσίας, μέσα στον τιποτένιο Καραγκιόζη, που τον περιφρονούσαν οι κυρίες με τα καπέλα, με τα φρούτα και τα λουλούδια. Οι βαθείς αμανέδες και τα κλέφτικα, μια μουσική όμορφη σαν την γλυπτική των Κοὐρων, ένα χονδροειδές θέατρο ίσαμ᾽ εκεί που δεν παίρνει, κι όμως το μόνο Νεοελληνικό Θέατρο που εξέφραζε με ακρίβεια ό,τι στο βάθος σκεφτόμαστε όλοι εμείς οι Έλληνες.

Στα 17 μου χρόνια, ξαναγύρισα στον Καραγκιόζη, που για μένα δεν ήταν μόνο μια παιδική διασκέδαση, αλλά ένα πράγμα σεβάσμιο σαν την εκκλησία. Πήγα ξανά στον Καραγκιόζη, όπως πάνε στο Μαντείον. Τότε γνώρισα τον σπουδαίο καλλιτέχνη Σωτήρη Σπαθάρη. Φτωχό, πάντα πεινασμένο και καταδιωκώμενο. Πότε γιατί έπιασε ωδικά πτηνά για να τα πουλήσει, πότε γιατί προσέβαλε τη δημόσια και τουριστική αισθητική με τον τίμιο μπερντέ του, σε τουριστικές περιοχές. Ο μπερντές του Σπαθάρη με τον όρκο του Κατσαντώνη πάνω στην «ποδιά» του, εμένα μου δίδαξε πώς ήταν αυτά τα «οθόνια», τα «κατάγραφα γραφαίς» που σκεπάζαν τη σκηνή.

Invitation3 15
Σωτήρη Σπαθάρη, Τοπίο με κουρτίνα, 1936. Παραγγελία του Τσαρούχη για να χρησιμοποιεί την κουρτίνα ως φόντο στα έργα του. Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη.

Ω, κακό χρόνο νά ᾽χουνε, ποτέ δεν πολεμήθηκε ένα τόσο ντελικάτο λαϊκό γούστο κ᾽ αἴσθημα με τόση βαρβαρότητα και βλακεία από αποτυχημένα, τελικά, ομοιώματα γερμανιζόντων νεοτούρκων. Τέλος πάντων!…

Με δειλία μπήκα στη σκηνή του Σπαθάρη για να τον ρωτήσω πώς ετοίμαζε την ψαρόκολλα για να φτιάξει τα χρώματα στις ρεκλάμες του. Συγχρόνως, ήταν μια αφορμή για να γνωρίσω τόσα άλλα πράγματα. Δε θα ξεχάσω ποτέ μιαν αποκριά στο σπίτι του στην Κηφισιά, με μια μικρή παρέα, από κορίτσια κι αγόρια, ένα κοτόπουλο με ντομάτα, λίγο κρασί˙ η ανείπωτη σεμνότητα και καλωσύνη της γυναίκας του Τριανταφυλλιάς κι όλα τ᾽ άλλα γέμισαν με τα τραγούδια και τον καλαματιανό και τον τσάμικο πού ᾽σερνε ο Γερο-Σπαθάρης. Μια απ᾽ τις λίγες αριστοκρατικές συγκεντρώσεις πού ᾽χω δει στη ζωή μου. Όλα έλαμπαν από ποίηση κ᾽ αίσθημα και σεβασμό του ανθρώπου. Κι αυτό που ήταν πιο αξιοθαύμαστο: αυτά τα άνθη ξεπρόβαλλαν μέσα από απίστευτη φτώχεια και σπαραχτικά ερείπια. Αθάνατη, ηρωική, ρωμαίϊκη ράτσα! Ποιός κατάλαβε το δίκιο σου και τη γλύκα σου;

Γιάννη Τσαρούχη, Ποδηλάτης μπροστά στο φόντο του Σωτήρη Σπαθάρη, 1939. Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη.
Γιάννη Τσαρούχη, Ποδηλάτης μπροστά στο φόντο του Σωτήρη Σπαθάρη, 1939. Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη.

Με δειλία μπήκα στη σκηνή του Σπαθάρη για να τον ρωτήσω πώς ετοίμαζε την ψαρόκολλα για να φτιάξει τα χρώματα στις ρεκλάμες του. Συγχρόνως, ήταν μια αφορμή για να γνωρίσω τόσα άλλα πράγματα. Δε θα ξεχάσω ποτέ μιαν αποκριά στο σπίτι του στην Κηφισιά, με μια μικρή παρέα, από κορίτσια κι αγόρια, ένα κοτόπουλο με ντομάτα, λίγο κρασί˙ η ανείπωτη σεμνότητα και καλωσύνη της γυναίκας του Τριανταφυλλιάς κι όλα τ᾽ άλλα γέμισαν με τα τραγούδια και τον καλαματιανό και τον τσάμικο πού ᾽σερνε ο Γερο-Σπαθάρης. Μια απ᾽ τις λίγες αριστοκρατικές συγκεντρώσεις πού ᾽χω δει στη ζωή μου. Όλα έλαμπαν από ποίηση κ᾽ αίσθημα και σεβασμό του ανθρώπου. Κι αυτό που ήταν πιο αξιοθαύμαστο: αυτά τα άνθη ξεπρόβαλλαν μέσα από απίστευτη φτώχεια και σπαραχτικά ερείπια. Αθάνατη, ηρωική, ρωμαίϊκη ράτσα! Ποιός κατάλαβε το δίκιο σου και τη γλύκα σου;

Πολλοί σκέφτηκαν ν᾽ αξιοποιήσουν τον Καραγκιόζη, να τον πάρουν σα μοτίβο, και να τον κάνουν «Τέχνη». Αηδίες! Άσε που ούτε αυτό δε θέλουν ακριβώς, αλλά μάλλον να τον μετατρέψουν σε Τυρολέζικες μαριονέττες. Ο Καραγκιόζης είναι ένα μάθημα αλήθειας, όση ρουτίνα κι αν έχει. Και στην αλήθεια πρέπει ν᾽ απαντάμε όχι μ᾽ απομιμήσεις. Πολύ λιγότερο, με χυδαίες κι ακατανόητες ξιππασιές και πονηρίες.

Χρόνια προσπάθησα να συλλάβω το μυστικό πού ᾽χαν οι ρεκλάμες του Δεδούσαρου και του Σπαθάρη. Ζωγράφιζα με τα ίδια χρώματα, στο ίδιο χαρτί, μα δεν ήθελα να συνεχίσω μια παράδοση που, άλλωστε, ίσως δεν υπήρχε. Είχαν τόσο πολύ συνδεθεί οι νεανικές μορφές των θεατών του με τις ηρωικές γραφικές και τις αγνές νερομπογιές πού ᾽χαν αυτές οι τόσο απλές και τόσο συναρπαστικές ρεκλάμες, ώστε νόμιζα πως αν τις αποδώσω αυτές τις νεανικές μορφές θά ᾽χω συνεχίσει ό,τι αξίζει στις ρεκλάμες αυτές.

Κάθε τόσο, ο φόβος της «φιλολογίας» και της εξελιγμένης λαϊκής τέχνης, μ᾽ έκανε να στρέφομαι αλλού. Σκεφτόμουν τον Κορό και τον Κουρμπέ. Δε μιλώ για τον Ματίς, γιατί ήδη η θαυμαστή ζωγραφική του, με είχε βοηθήσει να διαβάζω τη ζωγραφική πού ᾽χαν οι ρεκλάμες του Καραγκιόζη και του Θεόφιλου. Ο σκοπός μου δεν ήταν να κάνω γαλλική ζωγραφική μ᾽ ελληνικά μοτίβα. Ήθελα να εκφράσω προσωπικά μου αισθήματα, που δεν τά ᾽χαν οι Γάλλοι ζωγράφοι, όσο μέγιστοι κι αν ήταν. Ο Καραγκιόζης, μαζί με τη μουσική της Εκκλησίας και των τραγουδιών και των χορών, οι ίδιοι οι ελληνικοί χοροί, ο τσάμικος κι ο χορός των χορών, ο ζεϊμπέκικος, περισσότερο κι απ᾽ τη βυζαντινή ζωγραφική που μου δίδασκε ο Κόντογλου, με στήριζαν στην προσπάθειά μου εκείνης της εποχής, 1928-1936. Μερικοί νόμιζαν πως ήθελα να κάνω ελληνική ζωγραφική. Ποτέ μου δεν το σκέφτηκα, ούτε το θέλησα αυτό. Ήθελα, όπως κάθε καλλιτέχνης, μικρός ή μεγάλος, να εκφράσω τα πιο βαθιά μου αισθήματα και τα πιο προσωπικά μου, στηριζόμενος, όπως αυτό είναι φυσικό, σ᾽ ό,τι ήταν πιο προσιτό σ᾽ εμένα και σ᾽ ό,τι η διαίσθησή μου μού ´δειχνε κατάλληλο και σχετικό. Δεν ήθελα να μοιάσω μ᾽ αυτούς που εμιμούνταν τα Ευρωπαϊκά για ν᾽ αποφύγουν τον εαυτό τους, αλλ᾽ ούτε κι αυτούς που απομιμούνταν τα Ελληνικά για ν᾽ αποφύγουν πάλι τον εαυτό τους. Με λίγα λόγια, με κανένα τρόπο δεν ήθελα ν᾽ αποφύγω τον εαυτό μου.

Ωραία, ηρωικά, και δύσκολα χρόνια. Πουλούσα τον «πολιτισμό» μου στα θέατρα που πίστευα πως πιθηκίζουν, για νά ᾽χω τα μέσα να πολιτίζομαι όπως νόμιζα πως έπρεπε. Ένιωθα πως όλοι αυτοί οι ασήμαντοι για τον καλό κόσμο άνθρωποι, είχαν γνώσεις και πολιτισμό και τρόπους, που ούτε οι σχολές μπορούσανε να διδάξουν, ούτε η λεγόμενη «καλή κοινωνία». Ένιωθα πως δεν υπήρχε ένα θεμέλιο για να προσθέσουν σ᾽αυτό ό,τι θα κουβαλούσαν απ᾽ το εξωτερικό. Δεν ήταν η έλλειψη παραδόσεως μόνο, ήταν κ᾽ η έλλειψη του θάρρους να παραδεχτούμε τη γνώμη μας, του θάρρους να παραδεχτούμε τις αληθινές μας επιθυμίες.

Γύρευα ποιότητα και πραγματικότητα, σ᾽ έναν κόσμο που προσπαθούσε να σκεπαστεί με κακοαντιγραμμένα μοτίβα, ελληνικά ή ξένα.

……………………………………………………………………………………………………..

Τα ηρωικά έργα του Καραγκιόζη όλα εμπνευσμένα από το 21 ή από άλλα ληστρικά ανδραγαθήματα, ήταν ο ρομαντισμός, ήταν ο φόρος τιμής που απένεμε το ζωντανό και πρωτόγονο αυτό θέατρο στη μόδα της εποχής. Ήταν όμως ἐνας νεοκλασικός ρομαντισμός. Στο κέντρο του ήταν οι αθάνατες μορφές των ηρώων ή απλών ληστών, η λατρεία του γενναίου ανδρός, του λεβέντη κι όμορφου που με τον άκρο εγωκεντρισμό του ωφελεί τελικά όπως κι όταν θέλει αυτός, το σύνολο. Ο υπέρ πίστεως και πατρίδος αγών των ωχρών ιδεολόγων, ανακατεύεται με το αιώνιο ιδανικό του Έλληνα, για τον γενναίο και ωραίο, που ανάμεσα στα καθήκοντα του χρήσιμου ηρωισμού του είναι κ᾽ η ομορφιά του.

Ο Καραγκιόζης είναι ο σίφουνας των αρνήσεων όλων αυτών, η άρνηση των πάντων που έχουν οι φτωχοί και αποτυχημένοι, αλλά και απελευθερωμένοι, από κάθε δεσμό επιτυχίας. Μια άρνηση θερμή, ενθουσιώδης, τραγική (με τη δύναμη του τραγικού), μια άρνηση μέσα στην οποία να κρύβεται η πιο λυρική και η πιο αγνή ουσία της ζωής. Σ᾽ ὀλα αυτά τα δράματα κατοχής, όπως είναι όλες οι κωμωδίες του Καραγκιόζη, μιας Κατοχής που δεν αρχίζει με την Τούρκικη κατοχή, ούτε τελειώνει μ᾽ αυτήν˙ σ᾽ όλα τα προβλήματα των κατεχομένων ανθρώπων η λύσις έρχεται με την ηρωική έξοδο του κατεχομένου δια της διαλύσεως των πάντων από τη ζωική δύναμη. Ο Καραγκιόζης, λοιπόν, είναι ηρωικός, όσο και οι ήρωες και οι ληστές, αλλά ο ηρωισμός του είναι πιο πνευματικός, όσο κι αν αυτό φανεί περίεργο ή αστείο.

Αν το δράμα του τύπου που δημιούργησε ο Σαρλώ, είναι το αιώνιο δράμα του δειλού, που θέλει να ξεπεράσει τη δειλία του, δεν είναι άσχετο με το δράμα του Καραγκιόζη, με το δράμα του εβραίου κατεχόμενου ή καταδιωκόμενου, με το πνεύμα του αιωνίως ανυπότακτου Έλληνα, που τον τύλιγαν και που συνεχώς εξανίστατο. Αν η Τραγωδία λυτρώνει δια του ελέου, η κωμωδία λυτρώνει με το γκρέμισμα που φέρνει το γέλιο της τελικής διάλυσης. Ο κάθε ρόλος του Καραγκιόζη είναι η γελοιγραφία, ή μάλλον η καταστροφή ενός ηρωικού προσώπου. Η καχυποψία, η οκνηρία του καταπιεζόμενου ήρωα γίνονται αρετές του κωμικού ήρωα που διαλύει για νια νιώσει ελεύθερος. Όποιος δεν υποτάσσεται στο διαλυτικό του μένος, όποιος ελπίζει, όποιος υπολογίζει, όποιος συνδυάζει, περιφρονείται και ρεζιλεύεται.

Ο Χατζηαβάτης είναι ο αιώνιος δοσίλογος, αυτός που συμπράττει με τον κατακτητή, που ελπίζει μαζί του. Το σφάλμα του είναι ότι πιστεύει κ᾽ ελπίζει στο συμφέρον του, στη ζωή. Ο Καραγκιόζης τού φέρεται όπως η Αντιγόνη στην Ισμήνη, η Ηλέκτρα στη Χρυσόθεμι, ο Φιλοκτήτης στον Οδυσσέα, ο Οιδίποδας στον γαλήνιο Κρέοντα, στον Πολυνείκη και τον Ετεοκλή.

Κάτω από τις καρπαζιές, που ξυπνούν και ενθουσιάζουν τους μικρούς θεατές, κάτω από τ᾽ αστεία, υπάρχει μια ηρωική μεγαλοπρέπεια ενός ασκητή ­-που όσο κι αν φαίνεται παράδοδο- θεωρεί ντροπή του νά ᾽χει σχέδια, μα που κρατά, εν τούτοις, ένα μέτρο στη βαθύτητά του. Κι ακριβώς, αυτή η βαθύτης του τίθεται στην εξυπηρέτηση μιας εύθυμης ειρωνείας και μιας διαλύσεως χωρίς κακία.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ

«Μάθημα αλήθειας από το μόνο νεοελληνικό θέατρο», Θέατρο (Κ. Νίτσου), 10 (1963), σ. 7-8. (Στο κείμενο διατηρήθηκε η ορθογραφία και η στίξη της αρχικής δημοσίευσης, αλλά όχι το πολυτονικό σύστημα).

 

 

 

 

Ή

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s